Το νομοσχέδιο για το νέο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, που ενέκρινε σήμερα το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση του αρμόδιου υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεντρονικής Διακυβέρνησης Δημήτρη Ρέππα, περιλαμβάνει για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου την αποκλειστική απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Ταυτόχρονα αποκλείει τους συνδικαλιστές από τα πειθαρχικά συμβούλια, καθώς είχε παρατηρηθεί εκτεταμένη ατιμωρησία στα φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης, ενώ μειώνεται σημαντικά ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων αυτών.

Η απαρίθμηση των παραπτωμάτων αποτελεί σημαντική καινοτομία και αποσκοπεί στο να γνωρίζει εκ των προτέρων ο δημόσιος υπάλληλος το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να διαμορφώνει την εν γένει συμπεριφορά του, τόσο εντός όσο και εκτός υπηρεσίας, έτσι ώστε να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις που είναι πειθαρχικά αποδοκιμαστέες.

Όσον αφορά τα πειθαρχικά συμβούλια, αυτά θα απαρτίζονται πλέον από ένα δικαστικό λειτουργό (πρόεδρος), δύο μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δύο προϊσταμένους διευθύνσεων που θα προέρχονται από υπηρεσίες διαφορετικές από αυτήν που ανήκει ο πειθαρχικώς διωκόμενος υπάλληλος.

Όπως επισημαίνει ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, με τις ρυθμίσεις που φέρνει το νέο πειθαρχικό δίκαιο «αφενός διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της νομιμότητας από τους εν λόγω υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και αφετέρου τίθεται ένα πλαίσιο κανόνων, που αφορά εκείνες τις συμπεριφορές τους που λαμβάνουν χώρα εκτός υπηρεσίας και συνδέονται στενά με τις εν γένει υποχρεώσεις και το κύρος της υπαλληλικής ιδιότητας».

Ο κ. Ρέππας σημειώνει ότι οι διατάξεις περί πειθαρχικής ευθύνης των δημοσίων υπαλλήλων αναπτύσσουν πέρα από την κατασταλτική λειτουργία και την προληπτική. Αυτό συνίσταται στο ότι οι υπάλληλοι «γνωρίζουν εκ των προτέρων το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κινείται η δράση τους, τόσο εντός της υπηρεσίας όσο και κατά την εξωϋπηρεσιακή τους ζωή, στο μέτρο που η τελευταία συνάπτεται με την υπαλληλική τους ιδιότητα. Έτσι, αποφεύγουν δραστηριότητες οι οποίες θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση των προβλεπόμενων από το νόμο πειθαρχικών παραπτωμάτων, προς όφελος όχι μόνον των ίδιων αλλά εν τέλει και του δημοσίου συμφέροντος».

Προσθέτει δε ότι «η πρακτική των τελευταίων δεκαετιών κατέδειξε ότι υπάρχει εγγενής αδυναμία του υφιστάμενου συστήματος πειθαρχικού ελέγχου να ανταπεξέλθει με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στο αίτημα για πάταξη της διαφθοράς και των εν γένει παράνομων δραστηριοτήτων και συμπεριφορών των δημοσίων υπαλλήλων», φέρνοντας ως παραδείγματα τις υπερβολικές καθυστερήσεις κατά τη διερεύνηση των πειθαρχικών υποθέσεων, οι προβλεπόμενες ποινές δεν διαθέτουν το αναγκαίο εύρος και την απαιτούμενη κλιμάκωση κλπ.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, προβλέπονται πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια τα οποία έχουν ως αποκλειστική αρμοδιότητα την εξέταση των πειθαρχικών υποθέσεων, τα οποία συνιστούν "υπηρεσιακά συμβούλια" κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος, διαφέρουν δε από τα λοιπά υπηρεσιακά συμβούλια μόνον ως προς το εύρος των αρμοδιοτήτων τους, δηλαδή είναι αρμόδια μόνον για τις πειθαρχικές υποθέσεις, ενώ τα λοιπά υπηρεσιακά συμβούλια είναι αρμόδια για τις άλλες μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.