Άκυρη και καταχρηστική έκρινε ο Άρειος Πάγος την καταγγελία σύμβασης εργασίας μητέρας, η οποία απολύθηκε μόλις έληξε η προστασία της μητρότητας που της παρέχει η εργατική νομοθεσία, επειδή μπορούσε, λόγω της ηλικίας της, να μείνει και πάλι έγκυος στο μέλλον.
Ειδικότερα, ανύπαντρη βοηθός μικροβιολόγου προσελήφθη τον Ιούλιο του 2001 με σύμβαση εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να πραγματοποιεί αιμοληψίες, αναλύσεις ούρων, αίματος κ.λπ., σε μικροβιολογικό εργαστήριο. Τον Ιούλιο του 2003 παντρεύτηκε και τον Νοέμβριο του επόμενου έτους (2004) έμεινε έγκυος. Όμως όλο το διάστημα της κυήσεώς της παρέμεινε κλινήρης λόγω εμπλοκής στην εγκυμοσύνη.

Για το λόγο αυτό έλαβε άδεια τοκετού και λοχείας τρεις μήνες πριν τον τοκετό και 3,5 μήνες μετά, δηλαδή 17 εβδομάδες (4 μήνες περίπου) περισσότερο από ό,τι προβλέπει η εργατική νομοθεσία, ενώ όλο αυτό το διάστημα της κύησης και της λοχείας πληρωνόταν κανονικά. Μετά τη λήψη της άδειας μητρότητας η βοηθός μικροβιολόγου είχε μειωμένο ωράριο εργασίας και προσερχόταν μία ώρα αργότερα και αποχωρούσε και πάλι μία ώρα νωρίτερα. Όμως αιφνιδιαστικά την 1η Νοέμβριου 2005 η μικροβιολόγος απολύθηκε.

Σύμφωνα με την αρεοπαγιτική απόφαση, η οποία επικύρωσε εφετειακή, "τόσο η εγκυμοσύνη της ενάγουσας όσο και η γέννηση του τέκνου της και οι συνέπειες της μητρότητας σχετικά με τον χρόνο απασχόλησής της, δηλαδή να μην εργάζεται για επτά περίπου μήνες και να λαμβάνει πλήρεις αποδοχές και στη συνέχεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και να μην μειώνονται αντίστοιχα και οι αποδοχές της, δημιούργησαν δυσαρέσκεια στον γιατρό εργοδότη της και εμπάθεια στο πρόσωπό της, λαμβανομένου υπόψη ότι λόγω της ηλικίας της υπήρχε πιθανότητα να καταστεί έγκυος στο μέλλον", με αποτέλεσμα ο γιατρός να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της.

Η κρίση αυτή των δικαστών ότι απολύθηκε η μητέρα ανήλικου παιδιού, καθώς υπήρχε πιθανότητα να μείνει και πάλι έγκυος στο μέλλον, στηρίζεται τόσο σε κατάθεση μάρτυρα του εργοδότη, όσο και στα όσα ομολογεί ο ίδιος στο δικόγραφό του, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, αναφέρει: "στο ιατρείο μου απασχολών δύο ακόμη βοηθούς μικροβιολόγου, οι οποίες είναι μητέρες δύο ανήλικων παιδιών η κάθε μία και τις οποίες μάλιστα προσέλαβα μετά τη γέννηση αυτών".

Στη συνέχεια τονίζει ο εργοδότης στο δικόγραφό του ότι "με την πρόσληψη αυτών των δύο ήδη μητέρων είχε αποφύγει την δυσάρεστη γι' αυτόν κατάσταση" που αντιμετώπισε με την μικροβιολόγο την οποία απέλυσε.

Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι η βοηθός μικροβιολόγου απολύθηκε λόγω εμπάθειας και δυσαρέσκειας του γιατρού απέναντι σε αυτήν, ενώ απέρριψαν τους εργοδοτικούς ισχυρισμούς ότι απολύθηκε για οικονομικοτεχνικούς λόγους και ειδικότερα, στο πλαίσιο της τεχνικής αναδιοργάνωσης του ιατρείου με την αγορά και εγκατάσταση ενός σύγχρονου βιοχημικού αναλυτή, ο οποίος είχε τη δυνατότητα την μαζική και ταυτόχρονη ανάλυση αίματος, ούρων και ανοσολογικών εξετάσεων και παράλληλα την ταυτόχρονη έκδοση αποτελεσμάτων 100 περίπου εξετάσεων μέσα σε μια ώρα.

Ακόμη, υπογραμμίζεται στην αρεοπαγιτική απόφαση ότι η εργοδοτική εμπάθεια και δυσαρέσκεια στο πρόσωπο της εν δυνάμει για δεύτερη φορά μητέρας εκδηλώθηκε αμέσως μόλις πέρασαν 2,5 μήνες από την ημέρα του τοκετό, οπότε και έπαυσε η προστασία της μητρότητας που παρέχει η νομοθεσία στις εργαζόμενες γυναίκες.

Τελικά, οι δικαστές απέρριψαν την αίτηση του γιατρού που ζητούσε να αναιρεθεί εφετειακή απόφαση που είχε δικαιώσει την βοηθό μικροβιολόγου, καθώς η απόλυσή της είχε κριθεί άκυρη και καταχρηστική.