Περισσότερα είναι τα έξοδα απ' ό,τι τα έσοδα της Εκκλησίας, σύμφωνα με αυτά που είπε στην Ιεραρχία σήμερα ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, ο οποίος μίλησε για την οικονομική κρίση, για τα οικονομικά της Εκκλησίας, για τα προβλήματα και τις προοπτικές της Εκκλησίας, τα καθήκοντα των κληρικών, την αποστολή της ενορίας, κλπ. Η εισήγηση του είχε θέμα "Προς αναθεώρηση και αναδιοργάνωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων". «Σε μία εποχή δύσκολη με πολλές ιδιομορφίες, ο λαός μας, πέρα από το γεγονός ότι βρίσκεται στα όρια των οικονομικών του αντοχών, φαίνεται ότι βρίσκεται και στα όρια των ψυχολογικών αντοχών του», ανέφερε ο κ. Ιερώνυμος στην αρχή της ομιλίας του και τόνισε ότι η Εκκλησία δεν αδιαφορεί, δεν αποστασιοποιείται από την αγωνία που διαπερνά τον τόπο μας, προσθέτοντας ότι «η τραγικότης των στιγμών απαιτεί νηφαλιότητα και αυτογνωσία».

«Απαιτείται σωστή, αποτελεσματική και με κοινωνική ευαισθησία και αίσθημα δικαίου θεραπεία των νοσηρών φαινομένων, αλλά και ενίσχυση της φυσικής κατάστασης και των πνευματικών και ηθικών αντισωμάτων για να μην είναι προσωρινά τα αποτελέσματα της θεραπείας, που ήδη είναι επώδυνη και καθόλου αναίμακτη», είπε ο αρχιεπίσκοπος, τονίζοντας ότι «η Εκκλησία δεν ασκεί πολιτική, είναι όμως υπεύθυνη για το ήθος των πολιτών τους οποίους οφείλει να εμπνέει και όταν είναι μέλη της να καθοδηγεί», προκειμένου «να ενισχυθούν οι προϋποθέσεις ώστε να μην είναι προσωρινές οι θεραπευτικές συνέπειες όσων μέτρων με πολύ πόνο και θυσίες υφίσταται ο λαός μας».

Ο αρχιεπίσκοπος έδωσε αναλυτικά οικονομικά στοιχεία της Εκκλησίας του έτους 2010, από τα οποία προκύπτει ότι οι εισπράξεις ανήλθαν στο ποσό των 10.038.976,90 ευρώ και οι πληρωμές σε 16.596.078,58. Σημείωσε δε ότι η αρχιεπισκοπή και οι μητροπόλεις διέθεσαν το έτος 2010 σε ιδρύματα και ευπαθείς ομάδες 96.234.510,47 ευρώ.

«Η Εκκλησία ποτέ δεν έθεσε και δεν θέτει στη ζωή της ως πρώτο θέμα τα οικονομικά της», τόνισε ο κ. Ιερώνυμος, σημειώνοντας όμως ότι «η διεθνής οικονομική ύφεση και η οικονομική κρίση της πατρίδος μας ασφαλώς έχει επιπτώσεις και στον οικονομικό τομέα της Εκκλησίας».

«Είναι αναγκαίο να δώσουμε σε αυτήν τα υλικά μέσα για να πραγματοποιήσει τον πνευματικό και σωτήριο για τον άνθρωπο προορισμό της. Για τούτο και εμείς δεν θα πρέπει να επιδοθούμε στο έργο της αξιοποιήσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας με σκοπό να εξελιχθεί η Εκκλησία σε πανίσχυρο οικονομικό οργανισμό», πρόσθεσε ο αρχιεπίσκοπος και ανάφερε πως συναντήθηκε με τον αρμόδιο υπουργό και του εξήγησε ότι η «δήθεν αμύθητη περιουσία της Εκκλησίας» [...] «δεν είναι ένας ενιαίος κορβανάς, όπως συνήθως θεωρείται αλλά περιουσίες περισσότερων από δέκα χιλιάδες νομικών προσώπων, όπως Μητροπόλεις, Μοναστήρια, Ναοί, Ιδρύματα κ.α. που λειτουργούν ως ΝΠΔΔ, με τα συμβούλιά τους και καταβάλλουν όλους τους φόρους που επιβάλλει το κράτος, παρά τα όσα μερικοί κακοπροαίρετα υποστηρίζουν».

Αναφερόμενος στις απόψεις περί χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας, ο κ.κ. Ιερώνυμος, αφού σημείωσε ότι «τούτο το γένος έζησε, συντηρήθηκε και απελευθερώθηκε χάρη σ' αυτή του την παράδοση, χάρη σε αυτό το σύνδεσμο», τόνισε πως «η Εκκλησία, με επίγνωση της ιστορικής ευθύνης, δεν θα επιδιώξει τέτοια ενέργεια και αν η Πολιτεία το θελήσει θα πρέπει να αναλογιστεί το κόστος και να αναλάβει τις ευθύνες της».

«Η σύγχρονη πραγματικότητα επιτάσσει να απομακρυνθούμε από στερεότυπες, ιδεολογικά φορτισμένες και άνευ ουσιαστικού περιεχομένου πολωτικές διατυπώσεις και να αναζητήσουμε τρόπους συνεργασίας, βασισμένους σε ειδικές σχέσεις», πρόσθεσε ο αρχιεπίσκοπος και ανέφερε πως πριν από μερικά χρόνια μια πολυμελής επιτροπή Εκκλησίας και Πολιτείας πρότεινε «να δημιουργηθεί και ένα τρίτο Νομικό Πρόσωπο (sui generis) με καθορισμένο πλαίσιο», ωστόσο η πρόταση αυτή δεν προωθήθηκε για λόγους πρακτικούς αλλά και λόγω νομικών δυσκολιών.