Ο Χρήστος Σακάτης καταδικάστηκε ισόβια για τον θάνατο του Μιχάλη Φιλόπουλου, αλλά από τις φυλακές Μαλανδρίνου, όπου εκτίει την ποινή του, εξακολουθεί να φωνάζει πως είναι αθώος και «εξιλαστήριο θύμα της υπόθεσης». Ο 42χρονος μίλησε στο «Έθνος» δίνοντας τη δική του εκδοχή για την υπόθεση. «Τους τελευταίους μήνες δεν ήμουνα σε θέση να μιλήσω σε κανέναν. Πέρασα διάφορα, αλλά τα ξεπέρασα και τώρα ετοιμάζομαι να δώσω τη «μάχη» μου στο Εφετείο. Είμαι μέσα ήδη μια τετραετία. Οχι ότι δεν έχω ξανακάνει φυλακή, αλλά αυτή τη φορά καταδικάστηκα ισόβια για κάτι που δεν έχω κάνει. Είναι άδικο».

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Τι επιδιώκεις στο δικαστήριο;

«Να αθωωθώ για κάτι που δεν έχω καμία σχέση. Να δικαιωθώ».

Και σε τι ποντάρεις;

«Στην αλήθεια. Στο ότι δεν ήμουνα εκεί. Στο ότι δεν ασχολιόμουν καθόλου με τα οπαδικά. Στο ότι είχα σηψαιμία στο πόδι και είχα φτάσει στο σημείο να μου φέρνουν τη μεθαδόνη στο σπίτι επειδή δεν μπορούσα να μετακινούμαι κάθε μέρα. Αυτό που θέλω μόνο είναι να με αφήσουν να τους μιλήσω. Να τους πω πράγματα για τη ζωή μου. Για την εξάρτησή μου από τα ναρκωτικά. Για την κατάστασή μου».

Δηλαδή, έχεις άλλοθι που δικαιολογεί την απουσία σου από τη Λαυρίου εκείνη τη μέρα;

«Απ' ό,τι θυμάμαι ήμουνα σε ένα καφενείο δίπλα στο πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Μπαινόβγαινα στο πρόγραμμα, αλλά είχα πάρει τη δόση μου και έπειτα πήγα και κάθισα εκεί. Εμένα με συνέλαβαν πολλές ημέρες μετά. Με έστησαν. Με επέλεξαν ως εξιλαστήριο θύμα».

Από αυτό το μαγαζί δεν βρέθηκε κανείς να σε υποστηρίξει;

«Ο κόσμος ακούει ναρκομανής, επεισόδια, φόνος και σου λέει πού να μπλέξω τώρα. Και θα θυμάται ο καφετζής ότι ήμουν εκεί την τάδε ημέρα και ώρα;»

Η περίπτωση να ήσουνα τόσο βυθισμένος από τα ναρκωτικά και να μη θυμάσαι καν ότι πήγες εκείνη την ημέρα στη Λαυρίου υπάρχει;

«Δεν υπάρχει. Τότε εγώ ήμουνα με το ενάμισι πόδι στον τάφο. Είχα σηψαιμία στο πόδι από τα ναρκωτικά, το οποίο έφτιαξα εδώ στη φυλακή. Τα εκατό μέτρα έκανα δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα να τα περπατήσω. Οχι να ανέβαινα σε μηχανάκι και να πήγαινα εκεί. Και να έδινα μάχη σώμα με σώμα, όπως γίνονται σ' αυτές τις περιπτώσεις ή να χρησιμοποιούσα όπως λένε σιδηρόβεργες, μαχαίρια και τέτοια. Εγώ έτρεμα ολόκληρος από το πρόβλημά μου, όχι να τρέχω να σκοτώσω».

Ολα αυτά τα χρόνια επιμένεις πως είσαι αθώος, όμως καταδικάστηκες ισόβια. Ποιος και γιατί θεωρείς είχε συμφέρον από αυτό;

«Δεν έχω ιδέα. Ενα βράδυ, αρκετές μέρες μετά το γεγονός, δέχομαι μια επίσκεψη στο σπίτι μου από ανθρώπους του Ανθρωποκτονιών. Εκείνο το βράδυ πήραν εμένα, αλλά μόλις φθάσαμε στην Ασφάλεια και με ανέβασαν σε ένα δωμάτιο, από δίπλα άκουγα τη φωνή της μάνας μου.

Τους έλεγα «τι τη θέλετε τη μάνα μου» και μου απαντούσαν πως δεν είναι αυτή. Αλλά μετά μου έφεραν ένα χαρτί και μου είπαν «διάβασε τι κατέθεσε η μάνα σου»».

Τι ένοιωσες όταν το διάβασες;

«Μεγάλο σοκ. Η κατάθεση έγραφε πως της είχα εκμυστηρευτεί ότι χτύπησα κάποιον και από τις τύψεις μου της είπα πως ήθελα να πάρω ναρκωτικά».

Η μητέρα σου τι εξήγηση σου έδωσε;

«Οτι δεν φορούσε τα γυαλιά της και ότι της έδωσαν να υπογράψει αυτό το χαρτί».

Λες δηλαδή, ότι η Αστυνομία ήθελε να σου φορτώσει το έγκλημα;

«Εγώ το μόνο που λέω είναι ότι είμαι το εξιλαστήριο θύμα της υπόθεσης. Βρήκαν έναν άνθρωπο εξαρτημένο από την ηρωίνη για ένα φονικό που δεν έκανε. Κάτι έχει παιχθεί, αλλά δεν ξέρω τι. Στη δικογραφία που είχε σχηματιστεί πριν από τη σύλληψή μου κανείς δεν αναφέρεται σε μένα. Και δεν βρέθηκε κανένας να με αναγνωρίσει».

Στο δικαστήριο πώς ένοιωσες όταν η μητέρα σου, σου φώναζε «καλύτερα να αυτοκτονήσεις, παρά να πας φυλακή»;

«Πικράθηκα, αλλά την καταλαβαίνω. Από το 1988 που μπήκα στις φυλακές ανηλίκων της Λάρισας μέχρι σήμερα της έχω κάνει πολλά. Πόσα να αντέξει κι εκείνη... Βέβαια, μετά μου ζήτησε συγνώμη και μου συμπαραστέκεται. Μου λέει να κάνω κουράγιο και τέτοια».

Τον Μιχάλη Φιλόπουλο τον γνώριζες;

«Οχι. Κοιτάξτε να δείτε, εγώ είχα πάψει να ασχολούμαι με τα γήπεδα. Είχα να πάω πέντε χρόνια. Και πριν, όταν πήγαινα, ήταν σε κάνα ευρωπαϊκό παιχνίδι. Βέβαια είχα συλλήψεις στα γήπεδα, αλλά αυτό συνέβη όταν ήμουνα πιο μικρός. Το όνομα του Φιλόπουλου το άκουσα τότε που έγινε το φονικό και το έμαθε όλη η Ελλάδα.

Και από ό,τι ακούστηκε στο δικαστήριο, του την είχαν στήσει και πριν έξω από το σπίτι του, αλλά πρόλαβε και την έκανε. Αυτό που ξέρω είναι πως αυτός ή αυτοί που τον σκότωσαν κάνουν τη ζωή τους και εγώ είμαι μέσα».

Στη σκέψη ότι αυτός που το έχει κάνει ευχαριστιέται την ελευθερία, τι σκέφτεσαι;

«Εχω ξενερώσει μέσα μου. Πραγματικά σας λέω πως αν το είχα κάνει θα το έλεγα. Θα δήλωνα μεταμέλεια».

Επειδή είχες παλαιότερη δράση στον οπαδικό χώρο, δεν επιχείρησες να μάθεις ποιος το έκανε;

«Μέσα από τη φυλακή δεν μπορούσα να το ψάξω. Και όσοι θα μπορούσαν να το κάνουν για μένα δεν θέλουν να το κάνουν. Κι άλλοι φοβούνται να μιλήσουν».

Για το ραντεβού στη Λαυρίου είχες ακούσει;

«Δεν ήξερα τίποτα».

Οι συγκρατούμενοί σου γνωρίζουν γιατί είσαι μέσα;

«Ναι. Και αυτοί με ρωτούν «πού σε βρήκαν;». Αλλοι μου λένε «πες μας τι έγινε. Δεν είμαστε αστυνομία». Δεν το έκανα. Το λέω και θα το φωνάζω».

Αν το δικαστήριο δεν πειστεί και δεν πετύχεις τον στόχο σου, τι θα κάνεις ;

«Το σκέφτομαι και αυτό. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Μου έχουν περάσει άσχημες σκέψεις από το μυαλό μου».

Τι εννοείς;

«Το πιο εύκολο ξέρεις είναι να βάλεις ένα τέλος. Αλλά πιστεύω πως θα τη σπάσω την ισόβια».

Αλήθεια, από την πλευρά του εκλιπόντος σε πλησίασε ποτέ κάποιος απλά να σε ρωτήσει ένα «γιατί»;

«Οχι. Εγώ τους έστειλα ένα γράμμα στο οποίο τους έγραφα πως λυπάμαι, αλλά δεν σκότωσα εγώ το παιδί τους. Κι αυτοί το έλαβαν ως απειλή και το παρουσίασαν στο δικαστήριο. Πραγματικά, κατανοώ τον πόνο τους. Αλλά δεν το έκανα εγώ».

Γιατί σκέφτηκες να τους γράψεις;

«Αισθάνθηκα πως ήταν σωστό να το ξέρουν από μένα».

Πηγή: Έθνος/Νewpost