Το "κούρεμα" του ελληνικού χρέους κατα 50%, αυτόματα σημαίνει και "κούρεμα" της εμπορικής δραστηριότητας, αφού πλέον λίγες επιχειρήσεις θα μπορούν να αγοράζουν με προέμβασμα ή πληρώνοντας μετρητοίς με την παραλαβή των παραγγελιών. Ακόμα και αυτές που σήμερα μπορούν να το κάνουν, είναι άγνωστο για πόσο καιρό θα μπορέσουν να αντέξουν σε μια τέτοια διαδικασία αγοράς και πώλησης εμπορευμάτων. Είναι επίσης απορίας άξιο πώς θα μπορέσουν πλέον οι μικρές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν τις πολυεθνικές, οι οποίες διαθέτουν τις εγγυητικές ευρωπαϊκών τραπεζών και τις "πλάτες" των μητρικών τους εταιρειών. Αυτές είναι οι εκτιμήσεις του εμπορικού κόσμου, όπως συνάγονται από δήλωση του προέδρου της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου Β. Κορκίδη.

Ο κ. Κορκίδης τονίζει στη δήλωσή του ότι το πρόβλημα ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας δεν θα περιοριστεί μόνο στις ανάγκες χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα και στο κομμάτι του εξωτερικού εμπορίου, το οποίο θα τα μετακυλήσει στην εσωτερική αγορά. Κι αυτό διότι τόσο για τις εισαγωγές, όσο και τις εξαγωγές οι εγγυητικές των ελληνικών τραπεζών είναι απαραίτητες είτε για πληρωμή, είτε για καλή εκτέλεση μιας παραγγελίας.

Δυστυχώς, συνέχισε ο κ. Κορκίδης, μετά την ελεγχόμενη χρεοκοπία αυτές θα καταλήξουν "κουρελόχαρτα", όταν οι δικαιούχοι είναι Έλληνες, και θα θεωρούνται πλέον και επίσημα από τους οίκους του εξωτερικού κατά το ήμισυ αναξιόπιστοι και αφερέγγυοι και θα χαθεί και το τελευταίο ίχνος εμπιστοσύνης που έχει απομείνει για την ελληνική αγορά.

Αυτή η αντιμετώπιση, όπως σημειώνει, θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα σε κλάδους του εμπορίου όπως του αυτοκινήτου, του ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, των φαρμάκων, των τροφίμων, των πρώτων υλών και των βιομηχανικών προϊόντων, όπου οι αντίστοιχες επιχειρηματικές δραστηριότητες εξαρτώνται αποκλειστικά από εισαγωγές.

Από την άλλη πλευρά, η ΕΣΕΕ εκτιμά ότι ενδεχομένως, σε κάποιους άλλους κλάδους να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα, "ωστόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη χρειάζεται αρκετό χρόνο για να προκύψει, κάτι που μας αποκόπτει από τις διεθνείς εξελίξεις καθώς τόσο η χώρα μας όσο και η ελληνική επιχειρηματικότητα με τη "λύση του κουρέματος" του χρέους της στιγματίζονται διεθνώς για πολλά χρόνια και καθίστανται ο επιχειρηματικός παρίας του παγκόσμιου εμπορίου.".

'Η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου ουσιαστικά επισημοποίησε την ελεγχόμενη χρεοκοπία της χώρας μας, αλλά οι απορίες μας για το αν τελικά το κούρεμα μας σώζει, τί σημαίνει για τη χώρα, για τους πολίτες, για την αγορά, για τις τράπεζες, για τα ασφαλιστικά ταμεία και με τι είδους ανταλλάγματα αποφεύχθηκε τελικά το "πιστωτικό γεγονός" παραμένουν αναπάντητες, τουλάχιστον μέχρι να γίνουν γνωστές οι τεχνικές λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων με τις τράπεζες.

Ο κάθε μικρομεσαίος Έλληνας έμπορος, σαφώς προτιμά από την παύση πληρωμών και την ανεξέλεγκτη πτώχευση, την εθελοντική ελεγχόμενη χρεοκοπία, αλλά κανείς δεν συμμερίζεται ως λύση την απαξίωση, δεν θεωρεί την κατάληξη της συμφωνίας εθνική επιτυχία και δεν νοιώθει δικαιωμένος από το τελικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, πιστεύει ότι οδηγείται ανήμπορος να αντιδράσει σε μια μακρά περίοδο παραγωγικής αδράνειας και ιδιότυπης επιχειρηματικής εφεδρείας" κατέληξε ο κ. Κορκίδης.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας κ. Κ. Μίχαλος δήλωσε ότι : ''το κόστος από το hair cut της τάξης του 50% θα βαρύνει κατά τα φαινόμενα κυρίως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τα ασφαλιστικά ταμεία, οξύνοντας το ήδη μεγάλο πρόβλημα παροχής ρευστότητας στην ελληνική αγορά και τινάζοντας στον αέρα το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, με δυσμενέστατες συνέπειες στις συντάξεις, αλλά ακόμα και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενώ μεγάλο ζητούμενο αποτελεί η παράμετρος της εποπτείας και ο τρόπος που θα υλοποιηθεί".

Ο κ. Μϊχαλος συμπλήρωσε ότι αφού επί της ουσίας δεν έχουν συμφωνηθεί συγκεκριμένες τεχνικές παράμετροι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα αν η χθεσινή Σύνοδος Κορυφής κατέληξε σε ...μισή λύση και κατέληξε ότι όπως είναι αναμενόμενο, η μεγάλη αγωνία του επιχειρηματικού κόσμου παραμένει και η αβεβαιότητα για το μέλλον αυξάνεται.