Δικηγόρος Αθηνών δικαιώθηκε μεν από την Ελληνική Δικαιοσύνη για την ηθική βλάβη που υπέστη από Τράπεζα, αλλά οι αρεοπαγίτες απέρριψαν το αίτημά του να αυξηθεί το ποσό των 2.000 ευρώ που έλαβε ως χρηματική ικανοποίηση.

Ειδικότερα, δικηγόρος έλαβε τον Αύγουστο του 1999 δάνειο 2.934,7 ευρώ (ένα εκατομμύριο δρχ.) από Τράπεζα και εγγυήτρια υπέγραψε η αδελφή του. Ο δικηγόρος πλήρωσε τις δόσεις μέχρι τον Μάιο του 2000, αλλά έκτοτε έπαυσε να πληρώνει.

Η Τράπεζα του έστειλε δύο επιστολές και τον καλούσε να καταβάλει τις καθυστερούμενες δόσεις, αυτός όμως δεν ανταποκρίθηκε.

Κατόπιν αυτών, η Τράπεζα τον Φεβρουάριο του 2002 του επέδωσε επιταγή προς πληρωμή ζητώντας το ποσό των 1.431 ευρώ.

Στη συνέχεια η σύζυγος του δικηγόρου στο τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου 2002 εξόφλησε όλο το δάνειο και κάθε απαίτηση της Τράπεζας, καταβάλλοντας συνολικά 1.769 ευρώ.

Παρ' όλα αυτά τέσσερις μήνες μετά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας έστειλαν στο δικηγόρο αλλά και στην αδελφή του η οποία ήταν εγγυήτρια, νέα επιταγή προς πληρωμή ύψους και πάλι 1.431 ευρώ.

Ο δικηγόρος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη κατά της Τράπεζας διεκδικώντας αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ενώ άφησε στην κρίση του δικαστηρίου το ύψος της αποζημίωσης.

Το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι η συμπεριφορά (επίδοση δεύτερης επιταγής πληρωμής) των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας και ιδιαίτερα του υποδιευθυντή του υποκαταστήματος που χορήγησε το δάνειο ήταν παράνομη. Και αυτό γιατί με τη συμπεριφορά του ο διευθυντής προσέβαλε την προσωπικότητα του δικηγόρου Αθηνών, και μάλιστα την τιμή και την υπόληψή του, καθώς εμφανίζεται ως αφερέγγυος, ανίκανος να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Σύμφωνα με το Εφετείο ο διευθυντής και ο αρμόδιος υπάλληλος «από βαριά αμέλεια παρέλειψαν να ενημερωθούν από το οργανωμένο λογιστικό - μηχανογραφικό σύστημα που διαθέτει η Τράπεζα για το αν ο οφειλέτης εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό της επιταγής ή οποιοδήποτε ποσό από το καταναλωτικό δάνειο που είχε λάβει».

Οι εφέτες κατέληξαν ότι ο δικηγόρος δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη και του επιδίκασαν το ποσό των 2.000 ευρώ.

Όμως, ο δικηγόρος διαφωνώντας με το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, καθώς επιδίκασε μη εύλογη (ιδιαίτερα χαμηλή) χρηματική ικανοποίηση.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 19/2011 απόφασή της απέρριψε την αίτηση του δικηγόρου.

Οι αρεοπαγίτες επισημαίνουν ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και η κρίση των εφετών δεν μπορεί να ελεγχθεί (υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), καθώς σχηματίζεται (η κρίση) από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. 

Και καταλήγουν οι δικαστές ότι ούτε όμως ο Άρειος Πάγος μπορεί να ελέγξει τα πραγματικά περιστατικά στις υποθέσεις που οδηγούνται ενώπιόν του, καθώς είναι αρμόδιο ως δικαστήριο να κρίνει μόνο εάν έγινε εσφαλμένη εφαρμογή νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Έτσι, ο δικηγόρος αρκέστηκε στην αποζημίωση των 2.000 ευρώ.