Υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και ακόμη υψηλότερα ποσοστά τάσης αυτοκτονίας σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, παρατηρήθηκαν στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες του δήμου Θεσσαλονίκης.
Συγκεκριμένα, στις ομάδες αυτές τα ποσοστά κατάθλιψης είναι πενταπλάσια και τα ποσοστά τάσης αυτοκτονίας δεκαπλάσια απ΄ ότι στο γενικό πληθυσμό. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από ανακοίνωση του επίκουρου καθηγητή ψυχιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Φουντουλάκη, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Νευροβιολογίας και Ψυχοφαρμακολογίας, το οποίο διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Φουντουλάκης βασιζόμενος στα στοιχεία εργασίας που εκπονήθηκε, πριν δύο χρόνια, για τη δημιουργία μιας ψηφιακής πλατφόρμας (μητρώου) υγείας ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (άνεργων, άστεγων, μονογονεϊκών οικογενειών) στο δήμο Θεσσαλονίκης, ανέφερε ότι καταγράφηκαν περίπου 800 άτομα. Η πλειονότητα των ατόμων αυτών ήταν άνεργοι, ενώ από τις μονογονεϊκές οικογένειες το 75% ήταν γυναίκες χαμηλού εισοδήματος και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Στόχος αυτής της ψηφιακής πλατφόρμας, η οποία δεν τέθηκε ακόμη σε εφαρμογή από τον δήμο Θεσσαλονίκης, ήταν η καταγραφή των ατόμων τα οποία ανήκουν στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, σε ένα ψηφιακό σύστημα στο οποίο θα έχει πρόσβαση ο κάθε αρμόδιος προκειμένου να αναλάβει μια στοχευμένη δράση.

«Τα άτομα αυτά παίρνουν κάποιο επίδομα αλλά αυτό δεν αρκεί, απλώς μπαλώνει τρύπες. Δε διαθέτουν ούτε το μορφωτικό επίπεδο, ούτε τα προσόντα για να βρουν κάποια δουλειά. Επομένως θα πρέπει να εκπαιδευτούν. Οι μισές από τις γυναίκες είχαν ιδιόκτητο σπίτι. Αν το κράτος μπει σε μια διαδικασία εκποίησης και σταματήσει να τους χορηγεί επίδομα θα επιδεινωθεί η κατάσταση» επισήμανε ο κ Φουντουλάκης.

Το ποσοστό αυτοκτονιών στην Ελλάδα ανέρχεται στις 5/ 100.00 πληθυσμού δηλαδή στις 600 το χρόνο. Το ποσοστό αυτό μπορεί να θεωρηθεί χαμηλό αν συγκριθεί με το ποσοστό αυτοκτονιών στην Αγγλία και τις ΗΠΑ που ανέρχεται στις 20/100.000 πληθυσμού και στην Ουκρανία που φτάνει στις 100/100.000, ανέφερε ο κ Φουντουλάκης. Παράλληλα επισήμανε ότι αύξηση των αυτοκτονιών παρατηρείται σε περιόδους κρίσης και διάλυσης του οικονομικού και κοινωνικού ιστού, που σημειώνονται ανά 40ετία περίπου.

Η συχνότητα εμφάνισης όλων των ψυχικών διαταραχών στο γενικό πληθυσμό ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 25%. Στο ποσοστό αυτό περιλαμβάνεται η σχιζοφρένεια στο 1%, η καταθλιπτική νεύρωση στο 1% , η μανιοκατάθλιψη στο 3-5%, η κατάθλιψη στο 6%, ο πανικός στο 2-3%, το γενικευμένο άγχος στο 2-3% και οι διαταραχές προσωπικότητας στο 5-10%.

Σχετικά με την κατάθλιψη, ο κ Φουντουλάκης επισήμανε ότι είναι μια νόσοw που χρήζει θεραπείας και θα πρέπει να διαχωριστεί από τη δυσφορία η οποία παύει να υπάρχει όταν εκλείψει το πρόβλημα που την προκαλεί. Η κατάθλιψη είναι σταθερή και επίμονη, δεν αλλάζει και δεν έχει σχέση με εξωτερικούς παράγοντες. Αν κανείς απευθυνθεί στο γιατρό αμέσως μετά την εκδήλωση του πρώτου επεισοδίου κατάθλιψης, μπορεί να χρειαστεί να πάρει αντικαταθλιπτικά για ένα διάστημα 6-12 μηνών και μετά να τα σταματήσει.

Αν όμως δεν απευθυνθεί στο γιατρό και εμφανίσει δεύτερο επεισόδιο, τότε οι πιθανότητες εκδήλωσης και τρίτου επεισοδίου είναι 75-80%. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ασθενής θα πρέπει να παίρνει αντικαταθλιπτικά εφόρου ζωής.