Για πολλούς μήνες η Αστυνομική Διεύθυνση Ρεθύμνου παρακολουθούσε στενά τον 47χρονο καθηγητή - παιδεραστή που ασελγούσε σε ανήλικους μαθητές. Οι αστυνομικοί παρακολοθούσαν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του 47χρονου καθώς και τις συνομιλίες του μέσω ίντερνετ. Αναγκασμένοι για αρκετό να «ακούν» τις ανώμαλες συζητήσεις του καθηγητή με τα ανήλικα αγοράκια, δεν μπορούσαν να επέμβουν βάσει νομοθεσίας και τακτικής προκειμένου να έχουν το σημερινό αποτέλεσμα, την επιτυχή συλληψή του.
Αυτήκοες μάρτυρες πολλές φορές στις επαίσχυντες πράξεις του παιδεραστή, οι αστυνομικοί του Ρεθύμνου ήξεραν τα παντά αλλά δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Όπως αναφέρει ο Διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ρεθύμνου, ταξίαρχος κ. Εμμανουήλ Παραδουλάκης, «πρόκειται για μια έρευνα που σε μια τόσο μικρή κοινωνία, έπρεπε να γίνει με λεπτούς χειρισμούς και διακριτικότητα, προκειμένου να έχουμε το σημερινό αποτέλεσμα. Και μάλιστα για ένα πρόσωπο γνωστό και κοινωνικά καταξιωμένο, που σε μεγάλο βαθμό απολάμβανε της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης της τοπικής κοινωνίας, αλλά και των οικογενειών των θυμάτων».

Ο Σειραγάκης, σύμφωνα με την αστυνομία, έπαιρνε προφυλάξεις και λειτουργούσε με μεθοδικότητα. Δηλαδή έκανε συναντήσεις μικρής διάρκειας, σε σημεία τέτοια που, ούτε επέτρεπαν την καθαρή αποτύπωση της δράσης του, ούτε επέτρεπαν τις υπόνοιες στις ίδιες τις οικογένειες των παιδιών.

Οι αστυνομικοί άρχισαν τις έρευνες για τον Νίκο Σειραγάκη, έπειτα από μια φημολογία που κυκλοφόρησε στην τοπική κοινωνία σχετικά με «περίεργες» σχέσεις του εκπαιδευτικού με ανήλικα αγόρια. Στη βάση αυτή άρχισαν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας να συλλέγουν διακριτικά πληροφορίες, οι οποίες όσο περνούσε ο χρόνος περιέγραφαν ένα γενικότερο πλαίσιο δράσης του Σειραγάκη, χωρίς ωστόσο να είναι συγκεκριμένες και να θέτουν μία αντικειμενική βάση δεδομένων.

Όταν όμως, μέσα σε διάστημα λίγων μηνών, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για υπόθεση παιδεραστίας, οι αστυνομικοί ενημέρωσαν την Εισαγγελία Ρεθύμνου. Οι δύο αρχές σε συνεργασία ανέθεσαν το έργο της παρακολούθησης του κακοποιού σε ειδική ομάδα της αστυνομίας, η οποία και παρακολουθούσε καθημερινά τις τηλεφωνικές και διαδικτυακές επικοινωνίες του εκπαιδευτικού με τους ανήλικους μαθητές

«Έπρεπε τα στοιχεία να ήταν απολύτως τεκμηριωμένα και σε καμία περίπτωση να μην αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Ούτε φυσικά οι έρευνες της Αστυνομίας να αποκαλυφθούν ή και να διακινδυνεύσουμε την αποτελεσματικότητά τους. Η σοβαρότητα και η έκταση της υπόθεσης δεν επέτρεπαν σε καμία περίπτωση την λήψη αποφάσεων και ενεργειών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν λάθη από πλευράς Αστυνομίας. Η σύλληψη έγινε στο συντομότερο δυνατό χρόνο που υπήρξε πλήρης στοιχειοθέτηση της υπόθεσης με αδιάσειστο αποδεικτικό υλικό. Η οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια χωρίς ισχυροποίηση των αποδεικτικών στοιχείων, θα μπορούσε να αποβεί ολέθρια, αφού θα επέτρεπε στον Σειραγάκη να κινείται ελεύθερα ανάμεσά μας, σε καθεστώς ατιμωρησίας» εξήγησε ο κ. Παραδουλάκης.
 

Τέλος, οι αστυνομικοί του τμήματος δήλωσαν συγκλονισμένοι από την υπόθεση που αφορούσε εφηβικές ψυχές και θεώρησαν ότι με την σύλληψη του 47χρονου παιδεραστή τελείωσε και το δικό τους «βασανιστήριο», καθότι γνώριζαν πολλές από τις οικογένειες των παιδιών- θυμάτων.

Ο Σειραγάκης οδηγήθηκε σήμερα στις δικαστικές φυλακές της Τρίπολης.