Συνάντηση με τον πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο ζητούν οι πρυτάνεις των δύο μεγαλύτερων πανεπιστημίων της χώρας, ο Θ.Πελεγρίνης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Σ. Σιμόπουλος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, προκειμένου να συζητήσουν για το θέμα του νέου νόμου πλαισίου.
Οι δυο πρυτάνεις είχαν ζητήσει τις παραμονές των Χριστουγέννων την παρέμβαση του κ. Παπαδήμου για να εξομαλυνθεί η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην ανώτατη εκπαίδευση της χώρας.

Απαντώντας, ο κ. Παπαδήμος ξεκαθάριζε ότι «ο νόµος για τα ΑΕΙ είναι νόµος της Πολιτείας και δεν µπορεί να εφαρµόζεται επιλεκτικά. H υπακοή στους νόµους της δηµοκρατίας είναι καθήκον κάθε πολίτη αυτής της χώρας, και κατ' εξοχήντων πανεπιστηµιακών δασκάλων».

Στην απαντητική επιστολή προς τον πρωθυπουργό, οι πρυτάνεις σημειώνουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Ουδείς μπορεί να αμφισβητεί το αξίωμα ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται. Ουδέποτε, οφείλουμε να σας διαβεβαιώσουμε, αμφισβητήσαμε την υποχρέωση εφαρμογής των νόμων, όπως η παραπληροφόρηση ορισμένων κύκλων διέρρευσε στην ανυποψίαστη κοινωνία μας. Άλλωστε, τούτο προκύπτει, πέραν από τις δημόσιες διαψεύσεις μας, και από την απόφαση της Συγκλήτου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία επισυνάπτουμε.

Ωστόσο, στις δημοκρατικές πολιτείες, όπως η δική μας, οι νόμοι του κράτους ελέγχονται για τη συμμόρφωσή τους στο Σύνταγμα από τα αρμόδια Δικαστήρια. Είναι γεγονός ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, τα Πανεπιστήμια στο σύνολό τους προσέφυγαν ήδη στο Συμβούλιο της Επικρατείας θέτοντας θέματα αντισυνταγματικότητας του νόμου αυτού.

Προκειμένου να αντιληφθείτε και εσείς, ως μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητάς μας, τα δραματικά αδιέξοδα, στα οποία έχουν περιέλθει τα Πανεπιστήμια εξαιτίας των ρυθμίσεων του νέου νόμου, σας επισυνάπτουμε γνωμοδότηση του καθηγητή Ηλία Νικολακόπουλου, γνωστού εκλογολόγου, όπου επισημαίνεται η αδυναμία εφαρμογής του εκλογικού συστήματος που εισάγει ο νόμος αυτός.

Υποθέτουμε ότι έχει γίνει αντιληπτό πως οι πανεπιστημιακές αρχές, παρά τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί στη λειτουργία τους, καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να παραμείνουν τα Πανεπιστήμια ανοιχτά, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει ο διάλογος που απαιτείται για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες στην εύρυθμη λειτουργία τους.

Θα θέλαμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι η αγωνία η δική μας και των άλλων πρυτάνεων σχετικά με τη διαμορφούμενη εξέλιξη των πραγμάτων στην Ανώτατη Παιδεία δεν πηγάζει από άλλα κίνητρα, δικά μας, αλλά αμιγώς από τη μέριμνά μας για το μέλλον της Ανώτατης Παιδείας, που μας διακατέχει ως πανεπιστημιακούς δασκάλους.

Σεις, αξιότιμε κύριε πρωθυπουργέ, θα κρίνετε, αν μια προσωπική συνάντησή μας, στην οποία είμαστε διατεθειμένοι να προσέλθουμε, θα συνέτεινε αποτελεσματικά στην επίτευξη του στόχου τον οποίον, τόσον και εσείς όσο και εμείς θέσαμε, περί καταλλαγής στη δημόσια εκπαίδευση».