Η υπερβολική ζέστη προκαλεί την πρόωρη ωρίμανση του σιταριού και συρρικνώνει κατά πολύ τις σοδειές, καταδεικνύουν δορυφορικές εικόνες της βόρειας Ινδίας. Σύμφωνα με ερευνητές, τα δύο τρίτα των καλλιεργειών στις φτωχές χώρες κινδυνεύουν εξαιτίας της υπερθέρμανσης, εκτίμηση που καθιστά αισιόδοξους παλαιότερους υπολογισμούς, με βάση τους οποίους οι σοδειές θα έχουν μειωθεί κατά 30% έως το 2050.

Παρότι επιστήμονες και αγρότες γνώριζαν ήδη ότι οι υψηλές θερμοκρασίες βλάπτουν ορισμένες καλλιέργειες, οι ερευνητές του Στάνφορντ αναλύουν στην έκθεσή τους τις συνέπειες με τη βοήθεια του δορυφόρου παρατήρησης της Γης MODIS. Στην πεδιάδα του Γάγγη, το χειμερινό σιτάρι φυτεύεται το Νοέμβριο και θερίζεται την ’νοιξη, όταν το θερμόμετρο ανεβαίνει. Ο Ντέιβιντ Λόμπελ και η ομάδα του χρησιμοποίησαν εικόνες εννέα ετών για να δουν πότε τα πράσινα χωράφια γίνονται χρυσά, μια ένδειξη ότι το σιτάρι δεν αναπτύσσεται πια.

Διαπίστωσαν ότι όταν οι καλλιέργειες εκθέτονταν σε θερμοκρασίες υψηλότερες από 34 βαθμούς Κελσίου, η ωρίμανσή τους επιταχυνόταν, γεγονός που είχε καταστροφικές συνέπειες για τις σοδειές. Προέβλεψαν μάλιστα ότι στη συγκεκριμένη περιοχή, οι απώλειες από μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς Κελσίου θα είναι 50% μεγαλύτερες σε σχέση με αυτές που είχαν εκτιμήσει συνάδελφοί τους με βάση τα υπάρχοντα μοντέλα.

«Το νέο στοιχείο είναι η καλύτερη κατανόηση ενός συγκεκριμένου μηχανισμού που κάνει τη ζέστη να καταστρέφει τις σοδειές», εξηγεί ο Λόμπελ. Όπως λέει, και στο παρελθόν κάποια πειράματα είχαν δείξει ότι όταν το θερμόμετρο ξεπερνά τους 34 βαθμούς επιταχύνεται η ωρίμανση του σιταριού, όμως ελάχιστες μελέτες είχαν επικεντρωθεί σε τόσο υψηλές θερμοκρασίες.

«Αποφασίσαμε να δούμε εάν οι επιπτώσεις της ωρίμανσης αυτής εκδηλώνονται στα χωράφια των αγροτών και εάν είναι αρκετά σοβαρές ώστε να έχουν σημασία. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση είναι θετική».

Το σιτάρι είναι η δεύτερη πιο διαδεδομένη καλλιέργεια στον κόσμο μετά από το καλαμπόκι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, για να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού του πλανήτη που αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς, θα πρέπει και η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων να αυξηθεί κατά 70% έως το 2050.

Εν μέσω διαρκών προειδοποιήσεων για όλο και περισσότερα, όλο και συχνότερα επεισόδια καύσωνα, ο Λόμπελ και η ομάδα του ευελπιστούν οι μελέτες τους να οδηγήσουν σε λύσεις που θα βοηθήσουν τις σοδειές να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, π.χ. στη δημιουργία ποικιλιών πιο ανθεκτικών στη ζέστη.

Πηγή: naftemporiki.gr