Η καταστροφή στον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα δείχνει να ακυρώνει τις προσπάθειες της Ιαπωνίας να περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, καθώς ο τελευταίος πυρηνικός σταθμός της χώρας κλείνει το Σάββατο και παραμένει ασαφές εάν θα ξαναλειτουργήσει.

Για πρώτη φορά από το 1966, η Ιαπωνία θα ζει χωρίς πυρηνική ενέργεια όταν θέσει εκτός λειτουργίας και τον τελευταίο από τους 50 αντιδραστήρες της, προκειμένου να υποβληθεί σε ελέγχους. Η κυβέρνηση θα ήθελε να θέσει ξανά σε λειτουργία κάποιους από αυτούς στο μέλλον, συναντά όμως σφοδρές αντιδράσεις από τους τοπικούς πληθυσμούς και την αντιπολίτευση.

Και καθώς η χώρα στρέφεται στα ορυκτά καύσιμα για την κάλυψη των αναγκών της, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, στις οποίες οφείλεται η κλιματική αλλαγή, ξαναπαίρνουν την ανιούσα.

Μέχρι το Μάρτιο του 2011, όταν ένα πρωτοφανές τσουνάμι προκάλεσε την τήξη του πυρήνα σε τρεις αντιδραστήρες στη Φουκουσίμα, οι αντιδραστήρες κάλυπταν το 30% αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια, και το Τόκιο σκόπευε να αυξήσει το ποσοστό στο 50% έως το 2030.

Η κίνηση αυτή θα επέτρεπε στην Ιαπωνία να υλοποιήσει την υπόσχεσή της για μείωση των εκπομπών κατά 25%, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, μέχρι το 2020.

Το οικονομικό έτος του 2010, οι εκπομπές βρίσκονταν περίπου στα επίπεδα του 1990, που χρησιμοποιείται ως έτος αναφοράς. Τώρα, όμως, οι προβολές του υπουργείου Περιβάλλοντος δείχνουν ότι το τρέχον έτος οι εκπομπές θα είναι 15% υψηλότερες.

H Ιαπωνία είναι βέβαια παγκόσμιος ηγέτης όσον αφορά την ενεργειακή αποδοτικότητα, μια σημαντική προσέγγιση για τη μείωση των εκπομπών. Όμως δεν έχει μεγάλη εγκατεστημένη ισχύ ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες αντιστοιχούν σήμερα μόλις στο 9% του ενεργειακού ισοζυγίου, όσο και στις ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση σκοπεύει τώρα να δώσει νέα ώθηση στις ΑΠΕ, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια.

Η χώρα θα μπορούσε ίσως να ακολουθήσει το παράδειγμα της Γερμανίας, η οποία εγκαταλείπει την πυρηνική ενέργεια, κατορθώνοντας να μειώνει ταυτόχρονα τις εκπομπές της. Το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο προγραμματίζεται να αυξηθεί στο 35% το 2020 και στο 80% έως το 2050.

Η διαφορά όμως είναι ότι, σε καιρούς που οι εγκαταστάσεις ΑΠΕ δεν αποδίδουν όσο χρειάζεται, η Γερμανία μπορεί να εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα από γειτονικές χώρες. Το νησιωτικό κράτος της Ιαπωνίας δεν έχει αυτή τη δυνατότητα, και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι ΑΠΕ δεν μπορούν να προσφέρουν την αδιάλειπτη παροχή ενέργειας που χρειάζεται η οικονομία της χώρας.

Πηγή: in.gr