Ένας κυνηγός πραγματοποιώντας εκπαίδευση του κυνηγετικού του σκύλου βρήκε νεκρό έναν Μαυρόγυπα στην περιοχή Λουτρά Αλεξανδρούπολης. Αμέσως ειδοποίησε την θηροφυλακή των κυνηγετικών οργανώσεων.

Οι θηροφύλακες της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας – Θράκης και του Κυνηγετικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης έσπευσαν στην περιοχή, όπου εκτός από το νεκρό πουλί βρήκαν και μία κατσίκα, η οποία είχε εμφανώς εμποτιστεί με φυτοφάρμακο , με σκοπό πιθανόν τη θανάτωση άλλων ζώων.

Οι θηροφύλακες των κυνηγετικών οργανώσεων ειδοποίησαν την αρμόδια κρατική δασική υπηρεσία, την ομάδα του WWF Ελλάς που δραστηριοποιείται στην περιοχή, τον Φορέα Διαχείρισης του Δέλτα του Έβρου.

Το νεκρό πτηνό μεταφέρθηκε στην Κτηνιατρική Υπηρεσία Ν. Έβρου, ώστε να διαπιστωθεί η αίτια θανάτου του. Επίσης εκεί προσκομίστηκαν μέρη από την νεκρή κατσίκα για να ταυτοποιηθούν οι δηλητηριώδεις ουσίες, πιθανόν να πρόκειται για τεχνητή τοποθέτηση γεωργικών φαρμάκων στα εσωτερικά όργανα της κατσίκας.

Ήδη η Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας – Θράκης κατέθεσε μήνυση κατά αγνώστων στο Δασαρχείο Αλεξανδρούπολης.

Μέχρι την ανακοίνωση των εργαστηριακών εξετάσεων γίνεται παράλληλα έρευνα και περιπολίες για τον εντοπισμό τυχόν και άλλων νεκρών ζώων.

Σημειώνεται ότι ο Μαυρόγυπας (Aegypius monachus) είναι σπάνιο και επιδημητικό είδος που έχει εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο μοναδικός αναπαραγωγικός πληθυσμός της Βαλκανικής χερσονήσου βρίσκεται μόνο στην περιοχή του δάσους Δαδιάς.

Στον πληθυσμό αυτό ανήκε και ο εν λόγω 6 ετών μαυρόγυπας που είχε σημανθεί από την ερευνητική ομάδα του WWF Ελλάς. Η παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων αποτελεί μια από τις βασικές αιτίες που ο πληθυσμός δεν αυξάνεται αλλά παραμένει σταθερός ή κατά καιρούς μειώνεται.

Παρά τα μέτρα προστασίας του πληθυσμού του στο Εθνικό Πάρκο δάσους Δαδιάς η θανάτωση από δηλητηρίαση επηρεάζει δευτερογενώς τους γύπες σχεδόν κάθε χρόνο.

Η Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας – Θράκης και το WWF Ελλάς καταδικάζουν το περιστατικό αυτό καθώς και την σε κάθε περίπτωση χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων για τον έλεγχο των θηρευτών.

Πηγή: econews.gr/WWF