Σε μια εξέλιξη που οι κλιματολόγοι παραδέχονται ότι δεν περίμεναν, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στις ΗΠΑ μειώθηκαν φέτος στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 20 ετών. Αιτία της πτώσης δεν ήταν πάντως οι πιέσεις των περιβαλλοντιστών, αλλά η μείωση της τιμής του φυσικού αερίου, με το οποίο αντικατέστησαν το λιγνίτη πολλά εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής.

Σύμφωνα με τεχνική ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, το πρώτο τετράμηνο του 2012 οι εγχώριες εκπομπές CO2 που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας (περίπου το 98% του συνόλου) έπεσαν στα επίπεδα του 1992.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ασθενική ανάκαμψη της οικονομίας ήταν επίσης παράγοντες στη μείωση, όχι όμως τόσο σημαντικοί όσο το φυσικό αέριο.

Σύμφωνα μάλιστα με το Associated Press, όλοι οι επιστήμονες και οι εταιρείες ενέργειας που κλήθηκαν να σχολιάσουν την εξέλιξη εκτίμησαν ότι η παρατηρούμενη μετάβαση στο φυσικό αέριο είναι σημαντική παράμετρος στην αμερικανική ενεργειακή πολιτική.

Η καύση φυσικού αερίου απελευθερώνει το μισό διοξείδιο του άνθρακα σε σχέση με το λιγνίτη, ενώ παράλληλα περιορίζει σημαντικά την εκπομπή άλλων ρύπων όπως το διοξείδιο του θείου και τα οξείδια του αζώτου.

Κυρίως λόγω των νέων τεχνολογιών «υδραυλικής ρηγμάτωσης», οι οποίες επιτρέπουν την άντληση φυσικού αερίου που βρίσκεται παγιδευμένο μέσα σε πετρώματα, η τιμή του φυσικού αερίου έχει υποδιπλασιαστεί την τελευταία τετραετία και το καθιστά πλέον ελκυστική εναλλακτική λύση στο λιθάνθρακα.

Και, όπως φαίνεται, η χαμηλότερη τιμή του φυσικού αερίου ανάγκασε τη βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας να απαρνηθεί το λιγνίτη: το 2005, περίπου το 50% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ προερχόταν από κάρβουνο, ποσοστό που έπεσε φέτος το Μάρτιο στο ιστορικό χαμηλό του 34%.

Σχολιάζοντας το θέμα, ο Μάικλ Μαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια εκτίμησε ότι η μετάβαση της βιομηχανίας στο φυσικό αέριο είναι πηγή «συγκρατημένης αισιοδοξίας». Επισήμανε ότι, όσον αφορά την κλιματική αλλαγή, το κέρδος φαίνεται ότι είναι σημαντικότερος παράγοντας στον καθορισμό πολιτικών από ό,τι οι βλάβες στο περιβάλλον.

«Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι, καθιστώντας φθηνότερη μια καθαρή πηγή ενέργειας, μπορεί κανείς να εκτοπίσει μια ρυπογόνο πηγή ενέργειας» συμφώνησε ο Ρότζερ Πίλκε, ειδικός του Πανεπιστημίου του Κολοράντο.

Επισήμανε πάντως ότι η καύση φυσικού αερίου απελευθερώνει κι αυτή διοξείδιο του άνθρακα, και η εξόρυξή του ενέχει περιβαλλοντικούς κινδύνους. Για τους λόγους αυτούς «το φυσικό αέριο δεν μπορεί να αποτελέσει μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα του CO2» είπε.

Επιπλέον, η παρατηρούμενη μείωση των εκπομπών είχε οικονομικά και όχι περιβαλλοντικά αίτια, και θα μπορούσε να αναστραφεί αν αλλάξει η σχέση τιμών ανάμεσα στον λιγνίτη και το αέριο, ή αν περάσουν οι ΗΠΑ σε μια φάση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, εξάλλου, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνονται, κυρίως λόγω της αυξανόμενης χρήσης ορυκτών καυσίμων σε αναδυόμενες οικονομίες όπως η Κίνα και η Ινδία.

Πηγή: in.gr