Οι πολύ ισχυροί σεισμοί είναι δυνατόν κάποιες σπάνιες φορές να πυροδοτήσουν μέσα στις επόμενες ημέρες άλλους σεισμούς σε πολύ απομακρυσμένα μέρη, ενεργοποιώντας ρήγματα ακόμα και στην άλλη άκρη του κόσμου, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.   
Οι σεισμολόγοι του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια - Μπέρκλεϊ και της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό "Nature", μελέτησαν επισταμένως τον μεγαλύτερο φετινό σεισμό ισχύος 8,6 έως 8,7, που συνέβη στις 11 Απριλίου, με επίκεντρο στον Ανατολικό Ινδικό Ωκεανό, στα ανοιχτά της Σουμάτρας. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτή η μεγάλη σεισμική δόνηση πυροδότησε αρκετούς άλλους σεισμούς σε διάφορα σημεία της Γης, κατά τις επόμενες τουλάχιστον επτά ημέρες, καθώς ανάγκασε ορισμένα μακρινά ρήγματα να ενεργοποιηθούν.  

«Μέχρι τώρα, εμείς οι σεισμολόγοι πάντα λέγαμε «μην ανησυχείτε ότι οι μεγάλοι μακρινοί σεισμοί μπορεί να πυροδοτήσουν τοπικούς σεισμούς». Η νέα μελέτη τώρα δείχνει πως, αν και πρόκειται για κάτι πολύ σπάνιο -που μπορεί να συμβεί μόνο κάθε λίγες δεκαετίες- αποτελεί μια πραγματική δυνατότητα να συμβεί κάτι τέτοιο (σ.σ. σε τοπικό επίπεδο), αν υπάρξει το κατάλληλο είδος (μακρινού) σεισμού», όπως είπε ο επικεφαλής της έρευνας.

Ο σεισμός στις 11 Απριλίου 2012 ήταν ασυνήθιστα μεγάλος (ο δέκατος ισχυρότερος των τελευταίων 100 ετών παγκοσμίως) και, σε πρώτη φάση, πυροδότησε μια σειρά από μικρότερους σεισμούς, κατά τις τρεις επόμενες ώρες περίπου που χρειάστηκαν τα σεισμικά κύματα για να διατρέξουν το φλοιό του πλανήτη. Όμως, σύμφωνα με τη νέα έρευνα, ορισμένα μακρινά ρήγματα δεν «ταρακουνήθηκαν» αρκετά για να αντιδράσουν αμέσως, αλλά τελικά ενεργοποιήθηκαν με χρονο-καθυστέρηση μετά από έξι ημέρες.  

Η διαπίστωση αυτή αποτελεί προειδοποίηση για όσους ζουν σε σεισμογενείς περιοχές σε όλο τον κόσμο, ότι ο κίνδυνος από ένα μεγάλο σεισμό -ακόμα και στην άλλη άκρη της Γης- δεν εξαλείφεται μετά από μερικές ώρες, αλλά είναι δυνατό να διατηρείται έως και μια εβδομάδα μετά.  

Όπως δήλωσε στο BBC ο δρ Φρεντ Πόλιτζ της Αμερικανικής Γεωλογικής Υπηρεσίας, «για τη συντριπτική πλειονότητα των σεισμών, η ζώνη των μετασεισμών που ακολουθούν, δεν αναμένεται να ξεπεράσει τα 1.000 χιλιόμετρα. Όμως, είναι ήδη γνωστό πως πολύ μεγάλοι σεισμοί μπορεί να πυροδοτήσουν σεισμούς σε όλο τον κόσμο. Συνήθως αυτό συμβαίνει σχεδόν αμέσως μετά τον μεγάλο σεισμό, όμως είναι δυνατό επίσης να γίνει με καθυστέρηση έως αρκετών ημερών».  

«Βρήκαμε πολλούς μεγάλους σεισμούς σε όλο τον κόσμο, όπως ένα σεισμό μεγέθους 7 στην Καλιφόρνια και άλλους στην Ινδονησία και την Ιαπωνία, που προκάλεσαν σημαντικό τοπικό ταρακούνημα (σ.σ. σε μακρινές αποστάσεις). Αν αυτοί οι σεισμοί είχαν συμβεί σε αστικές περιοχές, θα ήσαν εν δυνάμει καταστροφικοί», ανέφερε ο ερευνητής.  

Από την άλλη, όμως, οι Αμερικανοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι υπήρξαν άλλοι πολύ ισχυροί σεισμοί (όπως ο μεγέθους 9,2 στη Σουμάτρα το 2004 και ο μεγέθους 9 στην Ιαπωνία το 2011) που προκάλεσαν στη συνέχεια μόνο μια πολύ μέτρια αύξηση της παγκόσμιας σεισμικής δραστηριότητας. Αντίθετα, μετά από το φετινό σεισμό της 11ης Απριλίου σημειώθηκαν πενταπλάσιοι σε αριθμό σεισμοί διεθνώς μέσα στην επόμενη εβδομάδα.   

Έκπληξη το επίκεντρο για τους επιστήμονες  
Οι περισσότεροι πολύ μεγάλοι σεισμοί μεγέθους άνω των 8 λαμβάνουν χώρα στις ζώνες κατάδυσης, όπου ο βυθός του ωκεανού βυθίζεται κάτω από μια άλλη τεκτονική πλάκα. Όμως ο φετινός μεγαλύτερος σεισμός αποτέλεσε έκπληξη για τους σεισμολόγους, καθώς προήλθε από ένα διαφορετικό γεωλογικό μηχανισμό. Συγκεκριμένα, ήταν ο μεγαλύτερος σεισμός που έχει ποτέ καταγραφεί στο μέσον μιας τεκτονικής πλάκας και όχι στο σημείο συνάντησής της με μια άλλη.   

Η ασυνήθιστη αυτή γεωλογική διαδικασία, που αφορούσε μια οριζόντια και άνευ προηγουμένου πολύπλοκη μετακίνηση (σε απόσταση 35-40 μέτρων) μιας σειράς ρηγμάτων στο μέσον της πλάκας, περιγράφεται σε μια σχετική επιστημονική εργασία, με επικεφαλής τον καθηγητή γεωεπιστημών του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Σάντα Κρουζ Θορν Λέι, επίσης στο περιοδικό "Nature". Αν μη τι άλλο, πάντως, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, τέτοιοι σπάνιοι σεισμοί με οριζόντια κίνηση ρηγμάτων στο μέσον μιας υποθαλάσσιας πλάκας δεν θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνοι, επειδή δεν προκαλούν μεγάλα τσουνάμι.

Σύμφωνα με μια τρίτη έρευνα της Ecole Normale Superieure του Παρισιού, που δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό, σύμφωνα με το BBC, είναι πιθανό ότι ο ασυνήθιστος σεισμός σηματοδοτεί τη σταδιακή διάρρηξη σε δύο τμήματα της Ινδοαυστραλιανής τεκτονικής πλάκας (που συνιστά το βυθό του Ινδικού ωκεανού). Η διαδικασία που μπορεί να άρχισε πριν από οκτώ έως δέκα εκατομμύρια χρόνια, θα ολοκληρωθεί μετά από αρκετά ακόμα εκατομμύρια χρόνια.