Νορβηγοί και βρετανοί ερευνητές προειδοποιούν για τις επιπτώσεις της παραγωγής βιοκαυσίμων στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα.

Στην έκθεσή τους, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature Climate Change, υποστηρίζουν ότι τα φυτά που καλλιεργούνται για να μετατραπούν σε βιοκαύσιμα εκλύουν μεγαλύτερη ποσότητα ενός υδρογονάνθρακα που ονομάζεται ισοπρένιο και ο οποίος επιβαρύνει τον ατμοσφαιρικό αέρα, όταν αναμιγνύεται με άλλους ρύπους.

Προειδοποιούν ότι η αντίδραση αυτή μπορεί να ευθύνεται έως και για 1.400 πρόωρους θανάτους το χρόνο, στοιχίζοντας 7,1 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ παράλληλα επιδρά αρνητικά και στις αγροτικές καλλιέργειες.

«Η καλλιέργεια βιοκαυσίμων θεωρείται κάτι το θετικό γιατί μειώνει την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα», δήλωσε στο Reuters ο Νικ Χιούιτ, ο οποίος συνεργάστηκε στο πλαίσιο της μελέτης αυτής με ερευνητές από το βρετανικό Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ. «Αυτό που εμείς λέμε είναι ότι, πράγματι, αυτό είναι καλό, όμως τα βιοκαύσιμα θα μπορούσαν να έχουν επιβλαβείς επιπτώσεις και στην ποιότητα του αέρα.»

Οι έρευνες επικεντρώθηκαν στην επένδυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα βιοκαύσιμα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, ωστόσο οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι επιπτώσεις είναι οι ίδιες και σε άλλες περιπτώσεις παραγωγής βιοκαυσίμων σε μεγάλη κλίμακα, σε περιοχές με υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Οι λεύκες, οι ευκάλυπτοι ή οι ιτιές, που αναπτύσσονται γρήγορα αποτελώντας ιδανικές πηγές ξυλείας, παράγουν μεγάλες ποσότητες ισοπρενίου, το οποίο επιβαρύνει τον αέρα με τοξικό όζον καθώς αναμειγνύεται με άλλα χημικά στο ηλιακό φως, σύμφωνα με την έκθεση. Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν «μικρές αλλά αξιοσημείωτες» τις πιθανές συνέπειες για τη δημόσια υγεία και τις καλλιέργειες.

Οι ίδιοι προτείνουν οι μελλοντικές φυτείες για βιοκαύσιμα να μην τοποθετούνται κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, προκειμένου να περιορίζεται η αλληλεπίδραση του ισοπρενίου με άλλους ρύπους. Στην ίδια κατεύθυνση, πιστεύουν ότι τα δέντρα θα μπορούσαν να τροποποιηθούν γενετικά, με στόχο τη μείωση των εκπομπών.


Πηγή: naftemporiki.gr