Η θερμότητα που παράγεται από τις δραστηριότητες των κατοίκων στις μεγάλες πόλεις, μπορεί να επηρεάσει τον καιρό σε περιοχές που βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 1.600 χιλιομέτρων! Σε αυτό το συμπέρασμα, κατέληξαν επιστήμονες με σχετική δημοσίευση σε περιοδικό για θέματα κλιματικής αλλαγής. 
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η θερμότητα που παράγεται στα μητροπολιτικά κέντρα του βορείου ημισφαιρίου, μεταβάλλει τους αεροχείμαρρους και άλλα ατμοσφαιρικά συστήματα, με συνέπεια η θερμοκρασία σε ορισμένες περιοχές να πέφτει και αλλού να αυξάνεται. Η θερμότητα αυτή παράγεται από τις μετακινήσεις των οχημάτων μέσα στις πόλεις, από τον κλιματισμό των κτιρίων και από άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες.

Στις περιοχές όπου παρατηρούμε άνοδο της θερμοκρασίας, περιλαμβάνονται απομακρυσμένα σημεία στη Βόρεια Αμερική και Βόρεια Ασία. Εκεί η άνοδος μπορεί να φθάσει τον ένα βαθμό Κελσίου. Στον αντίποδα, σε περιοχές της Ευρώπης, η θερμοκρασία εξαιτίας των μεταβολών στα ρεύματα του αέρα, μπορεί να πέσει μέχρι και ένα βαθμό κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου.

Πρέπει βέβαια, να σημειωθεί ότι οι μεταβολές της θερμοκρασίες τελικά αλληλοεξουδετερώνονται με αποτέλεσμα η επίδραση στη μέση παγκόσμια θερμοκρασία να είναι σχεδόν μηδαμινή, της τάξης του 0,01 βαθμού Κελσίου.

Η επίδραση αυτή που ασκούν οι μεγάλες πόλεις στη θερμοκρασία, μπορεί να ερμηνεύσει γιατί σε μερικές περιοχές ο χειμώνας είναι πιο ζεστός από ό,τι προβλέπουν τα κλιματολογικά μοντέλα. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι αυτά τα μοντέλα πρέπει να προσαρμοστούν κατάλληλα, ώστε να συμπεριλάβουν την καθόλου αμελητέα επίπτωση των πόλεων στο κλίμα.

«Η καύση των ορυκτών καυσίμων (στις πόλεις) όχι μόνο εκπέμπει αέρια του θερμοκηπίου, αλλά επίσης άμεσα επιδρά στις θερμοκρασίες, εξαιτίας της θερμότητας που διαφεύγει από πηγές όπως τα κτίρια και τα αυτοκίνητα. Αν και ένα μεγάλο μέρος αυτής της θερμότητας συγκεντρώνεται στις ίδιες τις μεγάλες πόλεις, μπορεί επίσης να αλλάξει την κυκλοφορία στην ατμόσφαιρα, με συνέπεια να αυξάνονται ή να μειώνονται οι θερμοκρασίες σε μεγάλες αποστάσεις», δήλωσε ο ερευνητής Αϊχούε Χου.