Τα οικοσυστήματα του γλυκού νερού απελευθερώνουν στην ατμόσφαιρα πολύ μεγαλύτερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα με την απομάκρυνση των θηρευτών, που βρίσκονται στην κορυφή της τροφικής τους αλυσίδας, όπως υποστηρίζουν Καναδοί επιστήμονες.


«Οι θηρευτές αφανίζονται από τα οικοσυστήματά μας με ανησυχητικούς ρυθμούς εξαιτίας των πιέσεων που ασκούν το κυνήγι και η αλιεία και λόγω των αλλαγών που προκαλεί ο άνθρωπος στους βιοτόπους τους», επισημαίνει η Τρίσα Άτγουντ από το τμήμα δασοκομίας του καναδικού πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας που εκπόνησε την έρευνα.
 

Όπως εξηγούν οι ερευνητές στην έκθεσή τους στην επιθεώρηση «Nature Geoscience», η διατροφή των θηρευτών αποτελείται – με άμεσο ή έμμεσο τρόπο – από όλα τα μικρότερα ζώα και φυτά του οικοσυστήματος, τα οποία με τη σειρά τους παίζουν σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση ή στην απελευθέρωση διοξειδίου του άνθρακα.
 

Απομακρύνοντας όλα τα ψάρια-θηρευτές από τρία ελεγχόμενα οικοσυστήματα του γλυκού νερού – λίμνες και ποτάμια του Καναδά και της Κόστα Ρίκα - η Άτγουντ και οι συνάδελφοί της διαπίστωσαν αύξηση των εκπομπών κατά 93%. «Γνωρίζαμε ότι οι θηρευτές διαμορφώνουν τα οικοσυστήματα επηρεάζοντας την αφθονία άλλων φυτών και ζώων, όμως, τώρα ξέρουμε επίσης ότι ο ρόλος τους εκτείνεται ακόμη και στο βιογεωχημικό επίπεδο».
 

Με άλλα λόγια, παρότι οι επιστήμονες ήξεραν ήδη ότι η απώλεια κορυφαίων θηρευτών μπορεί να έχει εκτεταμένες και σοβαρές οικολογικές συνέπειες σε ένα οικοσύστημα, αποσταθεροποιώντας ολόκληρους πληθυσμούς, τα αποτελέσματα της νέας μελέτης καταδεικνύουν ότι μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αξιοσημείωτη μεταβολή των εκπομπών.
 

Τα συμπεράσματα βρίσκουν εφαρμογή και σε άλλα οικοσυστήματα – θαλάσσια ή χερσαία - και κλιματικές συνθήκες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η απομάκρυνση των θηρευτών έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και να δεκαπλασιάζονται οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Συνεπώς, ζώα όπως τα λιοντάρια, οι λύκοι και οι καρχαρίες «διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια κλιματική αλλαγή», όπως λέει η Άτγουντ.