Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας –αναλογικά με την έκτασή της– είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του ιδιαίτερα ετερογενούς γεωγραφικού της ανάγλυφου.

Τα παραπάνω τόνισαν τα μέλη της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας σε συνέντευξη Τύπου που έδωσαν την Τρίτη στην Αθήνα με αφορμή τη λήξη του 2010, που ήταν Παγκόσμιο Έτος για τη Βιοποικιλότητα.

Σύμφωνα με την Ορνιθολογική, η ελληνική βιοποικιλότητα αριθμεί 1.043 είδη σπονδυλωτής πανίδας, 47 από τα οποία είναι είδη που απαντώνται μόνο στην Ελλάδα, φιλοξενώντας το 1,9% της παγκόσμιας σπονδυλωτής πανίδας και περίπου το 60% της ευρωπαϊκής. Επίσης, είναι το σημαντικότερο κέντρο ενδημισμού στη Μεσόγειο, καθώς το 16% της χλωρίδας της απαντάται μόνο στην Ελλάδα (ενδημικά).

Η ανάσχεση της απώλειας αυτής της πλούσιας βιοποικιλότητας, σύμφωνα με την Ορνιθολογική, αποτελεί υποχρέωση της χώρας προς τη διεθνή κοινότητα, η οποία υπέγραψε τη Διεθνή Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα το 1994. Στο πλαίσιο της Σύμβασης η Ε.Ε. είχε θέσει ως στόχο να ανασχέσει την απώλεια της βιοποικιλότητας, εντός αλλά και εκτός των συνόρων της, μέχρι το 2010. Ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην ελλιπή εφαρμογή των Οδηγιών για τα Πουλιά, στην αδυναμία ενσωμάτωσης της περιβαλλοντικής διάστασης στο σχεδιασμό της πολιτικής των κρατών-μελών της Κοινότητας, καθώς και στη σοβαρή έλλειψη χρηματικών πόρων.

Η Ελλάδα όρισε, τον Απρίλιο του 2010, 42 νέες Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) –το δίκτυο των ΖΕΠ αριθμεί πλέον 202 περιοχές– ενώ το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ενσωμάτωσε εκ νέου την Οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Πλέον, το ελληνικό δίκτυο Natura 2000 καλύπτει σήμερα το 27% της ελληνικής επικράτειας και το εθνικό μας δίκαιο ανταποκρίνεται στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία προκειμένου να προλάβει τις περιβαλλοντικές ζημιές και να εξαλείψει τις άμεσες απειλές που αντιμετωπίζουν οι περιοχές και τα είδη που αυτές φιλοξενούν, παρεμβαίνει, σύμφωνα με τα μέλη της, σε περιπτώσεις υποβάθμισης των προστατευόμενων περιοχών.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2000-2010, η Ορνιθολογική κατέγραψε 332 καταγγελίες, εκ των οποίων οι 182 κρίθηκαν βάσιμες και σημαντικές για την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους και απετέλεσαν αντικείμενο χειρισμού. Την τετραετία 2007-2010, παρατηρήθηκε ιδιαίτερη αύξηση των καταγγελιών που υποβάλλονται από πολίτες.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των καταγγελιών των πολιτών (60%) αφορά περιοχές που ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000, γεγονός που καταδεικνύει αφενός την ιδιαίτερη σημασία των περιοχών αυτών για τους πολίτες και αφετέρου την ανεπάρκεια των μέτρων προστασίας τους. Περαιτέρω, το 22% των καταγγελιών αφορά περιοχές που δεν εντάσσονται σε κάποιο καθεστώς προστασίας.

Η πλειοψηφία των υποθέσεων (50%) αφορά παρεμβάσεις σε υγροτόπους (οικιστική ανάπτυξη, επιχωματώσεις και έργα αντιπλημμυρικής προστασίας). Ακολουθούν οι υποθέσεις, σε ποσοστό 18%, με αντικείμενο την απειλή των πουλιών. Ως κυριότερη μορφή της εν λόγω απειλής εμφανίζεται η παράνομη κατοχή –συχνά μάλιστα σε άσχημες συνθήκες αιχμαλωσίας– και η πώληση άγριων πουλιών από καταστήματα πώλησης κατοικίδιων (pet shop).

Ανάλογο ποσοστό υποθέσεων (18%) αφορά στην κατηγορία βιοτόπων: «θαμνώνες - λιβάδια - βραχώδεις περιοχές - σπήλαια», όπου ως κύρια απειλή καταγράφηκε η υποβάθμισή τους λόγω έργων παραγωγής ενέργειας και εξορύξεων.