Δεκάδες χιλιάδες τόνοι μυδιών και άλλων οστρακοειδών αλιεύονται ετησίως στη Θεσσαλονίκη.

Tο 90% αυτής της παραγωγής εξάγεται σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Σημαντικό ρόλο στην ποιότητα της παραγωγής των μυδιών και των άλλων οστρακοειδών διαδραματίζει το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς Βιοτοξινών, που πρόσφατα κινδύνεψε με διακοπή της λειτουργίας του.

Την επανέναρξη της λειτουργίας του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς Βιοτοξινών, στη Θεσσαλονίκη, επιτρέπει η απόφαση για πρόσληψη εποχιακού και έκτακτου προσωπικού. Τον Ιανουάριο το Εθνικό Εργαστήριο Βιοτοξινών ανακοίνωσε την αναστολή της λειτουργίας του, αλλά μετά από παρέμβαση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το εργαστήριο ανακοίνωσε την επανέναρξη της λειτουργίας του και της εξέτασης δειγμάτων καθώς, μέχρι την οριστική επίλυση του προβλήματος με την τοποθέτηση μονίμου προσωπικού, οι ανάγκες θα καλύπτονται προσωρινά με την πρόσληψη εποχιακού και έκτακτου προσωπικού.

Η επαναλειτουργία του Εργαστηρίου γίνεται γνωστή με έγγραφη απάντηση που διαβιβάστηκε στη Βουλή από την υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Μιλένα Αποστολάκη , μετά από ερωτήσεις που είχαν καταθέσει οι βουλευτές της ΝΔ κ.κ. Θ. Καράογλου και Κ. Κουκοδήμος και ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Α. Κολοκοτρώνης, επισημαίνοντας ότι «η διακοπή της λειτουργίας του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς Βιοτοξινών στη Θεσσαλονίκη δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στους μυδοκαλλιεργητές, οι οποίοι αυτή την περίοδο μαζεύουν μύδια για εξαγωγή». Μάλιστα ο κ. Κολοκοτρώνης, υπενθύμισε ότι «ο νομός Θεσσαλονίκης παράγει 20.000 τόνους μυδιών ετησίως (και 10.000 τόνους η Πιερία), εκ των οποίων το 90% εξάγεται στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία».