Στην προστασία, αξιοποίηση και ανάπτυξη της δασοπονίας και του φυσικού περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή του Περτουλίου και ειδικότερα στο Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου, στο πλαίσιο μιας δυναμικής αειφορίας, καθώς και της ορθολογικής πολλαπλής χρήσης των φυσικών πόρων, στοχεύουν οι δράσεις του Συλλόγου Φίλων Δάσους Περτουλίου, μιας εθελοντικής προσπάθειας ανθρώπων.

Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί σήμερα, περισσότερο από ποτέ, μια αναγκαιότητα και μια πηγαία υποχρέωση κάθε συνειδητού πολίτη. Η εθελοντική προσφορά και η ενεργοποίηση σε δράσεις κοινωνικών ομάδων και οργανώσεων με περιβαλλοντικό χαρακτήρα, μόνο θετικά στοιχεία μπορούν να προσφέρουν και σ' αυτόν που δίνει και συμμετέχει, αλλά και σ' αυτούς που λαμβάνουν τα αποτελέσματα των ενεργειών.

Με αφορμή την ανάδειξη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Φίλων Δάσους Περτουλίου, επαναδιατυπώθηκε η βούληση όλων των μελών για την εκ νέου ενεργοποίησή του, η επίτευξη του οράματος και η υλοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων δράσεων, που αναφέρονται στους σκοπούς ίδρυσής του.

Ο Σύλλογος Φίλων Δάσους Περτουλίου, σύμφωνα με τον πρόεδρό του, αναπληρωτή καθηγητή στο ΤΕΙ Λάρισας, Ιωάννη Παπαδόπουλο, ιδρύθηκε το 2002 και δραστηριοποιείται στην περιοχή του Περτουλίου Τρικάλων, μέλη του οποίου είναι μέχρι σήμερα τόσο καθηγητές του ΑΠΘ όσο και κάτοικοι του Περτουλίου, αλλά και άτομα που έχουν ή είχαν κάποια σχέση ή σύνδεσμο με το δάσος αυτό.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η περιοχή αυτή αποτελεί το κέντρο του δεύτερου σε σπουδαιότητα πυρήνα ανάπτυξης του Ν. Τρικάλων, μετά απ' αυτόν των Μετεώρων, με ιδιαίτερα μεγάλη συμβολή στην τοπική οικονομία- και όχι μόνο. Από το 1934, με τον Ν. 6320, η νομή και διαχείριση του δάσους Περτουλίου, έκτασης περίπου 33.000 στρεμμάτων, γίνεται από το ΑΠΘ, ύστερα από σχετική παραχώρηση του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την έρευνα και εκπαίδευση των φοιτητών του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος. Από το 1951, με την ίδρυση του Ταμείου Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Πανεπιστημιακών Δασών, ως ΝΠΔΔ, η διοίκηση, διαχείριση και η πρότυπη εκμετάλλευση του εν λόγω δάσους, ασκούνται απ' αυτό.

Για περισσότερα από 70 χρόνια, η συμβολή του ΑΠΘ και του ΤΔΔΠΔ κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική στην αειφορική διαχείριση του τοπίου της περιοχής, στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και στην προβολή της ευρύτερης περιοχής, μέσα από την εκπαίδευση των φοιτητών που αποτελούν τους καλύτερους πρεσβευτές διάδοσης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της.

Ο Σύλλογος Φίλων Δάσους Περτουλίου, τονίζει ο κ. Παπαδόπουλος, έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και έχει την πρόθεση και τη βούληση τα μέλη του να συμμετέχουν και να συμβάλλουν ενεργά, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση και την ανύψωση της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, με την παράλληλη υποστήριξη των πατροπαράδοτων εθίμων της περιοχής που κυρίως σχετίζονται με το δάσος, με τη διοργάνωση σχετικών εκδηλώσεων (όπως διαγωνισμοί υλοτομικών εργασιών, ανάδειξη και διατήρηση εθίμων ορεινών πληθυσμών, συλλογή μουσειακών αντικειμένων κ.λπ.).

Ο Σύλλογος στοχεύει ακόμη στην ανάδειξη μνημείων της φύσης, καθώς και χώρων προβολής της ιστορικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στο δάσος. Βασικός στόχος είναι ακόμη η προώθηση της φιλοδασικής ευαισθητοποίησης και συνείδησης στην περιοχή και ευρύτερα, όπως και η ορθολογική άσκηση δασοπονίας και υποστήριξη των αντίστοιχων έργων και ενεργειών της διοίκησης του δάσους.

Ο Σύλλογος είναι ανοιχτός να δεχθεί ως νέα του μέλη κάθε ενεργό πολίτη που αγαπά πραγματικά το μοναδικό και εξαιρετικής ομορφιάς δάσος και τοπίο του Περτουλίου (επικοινωνία στο e-mail: [email protected]).

Το πανεπιστημιακό δάσος Περτουλίου

Το Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου βρίσκεται στην Κεντρική Πίνδο, σε υπερθαλάσσιο ύψος από 1070 - 2050μ., και διοικητικά υπάγεται στην περιφέρεια του Δήμου Αιθήκων του Νομού Τρικάλων Θεσσαλίας. Η έκτασή του ανέρχεται σε 32.965,9 στρέμματα από τα οποία το 76,8% είναι δασοσκεπής.

Το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος του τοπίου, αλλά και η πλούσια βιοποικιλότητα του εν λόγω δάσους το έχουν εντάξει στο ευρωπαϊκό δίκτυο που προβλέπει η οδηγία 92/43/ΕΟΚ ΦΥΣΗ (Natura) 2000 με την κωδική ονομασία (GR 1440002 Κερκέτιο όρος - Κόζιακας)

Αειφορική διαχείριση του Πανεπιστημιακού Δάσους Περτουλίου, πραγματοποιείται από το έτος 1934, όταν η νομή και χρήση του παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για σκοπούς εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς ενώ με την ίδρυση από το 1951 του Ταμείου Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Πανεπιστημιακών Δασών, ως αυτοτελούς ΝΠΔΔ, έχει αναλάβει αυτό την πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, ενώ έχει προστεθεί και αυτός της πρότυπης διαχείρισης και εκμετάλλευσης.

Το πραγματικό ξυλώδες κεφάλαιο του δάσους ανέρχεται σήμερα σε 500.000 κμ ξυλώδη όγκου ή 2250 κμ/στρέμμα περίπου, ο περίτροπος χρόνος (χρόνος κατά τον οποίο το δένδρο φθάνει στη μέγιστη ανάπτυξή του) κυμαίνεται από 80-120 έτη, ο χρόνος περιφοράς (το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υλοτομείται το ίδιο δασικό τμήμα) είναι 10ετής, ενώ το ετήσιο λήμμα (η ποσότητα που υλοτομείται κάθε χρόνο) ανέρχεται σε περίπου 8.500 κμ.

Είναι το μοναδικό δάσος στην Ελλάδα, όπου εφαρμόζεται η μέθοδος διαχείρισης του ελέγχου των Gurnard-Bioley, όπου γίνεται πλήρης απογραφή του ξυλαποθέματος όλου του δάσους, μετρώντας τη διάμετρο και τον όγκο όλων των δένδρων, όλων των δασικών τμημάτων. Με τη μέθοδο αυτή υπάρχει πλήρης έλεγχος, ανά πάσα στιγμή, του ακριβή αριθμού των δένδρων που βρίσκονται στο δάσος.

Το δάσος αυτό, σε ποσοστό 90% είναι αυτοδιαχειριζόμενο και αυτοχρηματοδοτούμενο (το υψηλότερο ποσοστό αυτοχρηματοδότησης δασοπονικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα), όπου τα κύρια έσοδά του προέρχονται από τη διάθεση δασικών προϊόντων. Τα έσοδα αυτά διατίθενται για την αντιμετώπιση δαπανών μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού, συγκομιδής των δασικών προϊόντων, διαφόρων λειτουργικών εξόδων, υποστήριξης της πρακτικής άσκησης και εκπαίδευσης των φοιτητών, εκτέλεσης των κάθε είδους δασοτεχνικών έργων, (οδοποιίας, φυτωρίων, αναδασώσεων, καλλιέργειας του δάσους, βελτίωσης υποβαθμισμένων συστάδων), της φύλαξης και αντιπυρικής προστασίας των δασών και τέλος συντήρησης και βελτίωσης των κτιριακών εγκαταστάσεων, στις οποίες φιλοξενούνται Έλληνες και αλλοδαποί φοιτητές, επιστήμονες και εκπαιδευτικό προσωπικό.