Πάνω από το εν τρίτο των κωνοφόρων, των μεγαλύτερων και μακροβιότερων δέντρων που έχουν τεράστια οικολογική σημασία, απειλούνται με αφανισμό. Αυτό καταδεικνύει η τελευταία ενημέρωση της «Κόκκινης Λίστας Απειλούμενων Ειδών», η οποία εκδίδεται από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN).
  
Σύμφωνα με την ανανεωμένη λίστα που δόθηκε στη δημοσιότητα έπειτα από την πρώτη παγκόσμια αξιολόγηση της κατάστασης των κωνοφόρων μετά από 15 χρόνια, το 34% των κέδρων, κυπαρισσιών, ελάτων κ.α. χαρακτηρίζονται πλέον απειλούμενα – μια αύξηση της τάξεως του 4% σε σχέση με την αξιολόγηση του 1998, η οποία αποδίδεται κυρίως στην υλοτομία και σε ασθένειες.

Στο πλαίσιο της μελέτης αξιολογήθηκε η κατάσταση πάνω από 600 πευκόφυτων και, σύμφωνα με την επικεφαλής του τομέα διατήρησης της βιοποικιλότητας στην IUCN Τζέιν Σμαρτ, «η συνολική εικόνα είναι ανησυχητική».

«Πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή τη γνώση στο έπακρο, κάνοντας τις προσπάθειές μας για τη διατήρηση ειδών πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές, αν θέλουμε πραγματικά να βάλουμε τέλος στην κρίση αφανισμών που εξακολουθεί να απειλεί όλες τις μορφές ζωής στη Γη», πρόσθεσε η ίδια.

Ενδεικτικά, το πεύκο του Μοντερέι, το οποίο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Καλιφόρνια καθώς αναπτύσσεται γρήγορα και το ξύλο του αποτελεί ιδανική πηγή πολτού, κατατασσόταν μέχρι πρότινος στην κατηγορία των ειδών που διατρέχουν «ελάχιστο κίνδυνο». Πλέον ωστόσο θεωρείται απειλούμενο εξαιτίας, μεταξύ άλλων, ενός μύκητα που εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς.

Από τα 70.294 είδη που περιλαμβάνονται στη νέα έκδοση της Κόκκινης Λίστας, 20.934 θεωρούνται απειλούμενα. Επιπλέον, τρία είδη κηρύσσονται και επίσημα αφανισμένα. Ανάμεσά τους είναι μια γιγαντιαία σαύρα που ζούσε στο Πράσινο Ακρωτήριο και η οποία εξέλειψε με την εισαγωγή γατών και αρουραίων στο οικοσύστημα.

Δεν λείπουν πάντως και οι ιστορίες επιτυχίας, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτήν του κυπαρισσιού του Λόσον, το οποίο απαντάται σε Όρεγκον και Καλιφόρνια. Το δέντρο βρισκόταν στο χείλος του αφανισμού εξαιτίας της υλοτομίας, όμως η επιβολή αυστηρών περιορισμών στη διακίνησή του και η καλλιέργεια ποικιλιών ανθεκτικών στις ασθένειες, συνέβαλαν στην ανάκαμψη του πληθυσμού.