Από τα ψηλά στα χαμηλά. Ετσι πέφτει το νερό της βροχής, έτσι συναντάει το έδαφος, καθώς στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας βρέχει δύο - τρεις φορές περισσότερο σε σχέση με τις πεδινές.

Ετσι πρέπει να σκεφτούμε εάν θέλουμε να αξιοποιήσουμε και να μη χάνουμε το νερό, ένα πολύτιμο αγαθό. Καθώς η λειψυδρία «χτυπάει» ήδη τη χώρα μας και στο μέλλον θα αποτελεί μία από τις πιο επώδυνες συνέπειες των κλιματικών αλλαγών, το πρόβλημα της αξιοποίησης των βρόχινων νερών που πέφτουν στα βουνά γίνεται πολύ σημαντικό. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι «το 80% - 85% του συνολικού όγκου του επιφανειακού και υπόγειου νερού των πεδινών περιοχών κατεβαίνει από τις βροχές των ορεινών», όπως επισημαίνει ο δασολόγος - υδρολόγος δρ Γεώργιος Μπαλούτσος.

Η αξιοποίηση του ορεινού βρόχινου νερού παρουσιάζει δύο προβλήματα: το ένα έχει να κάνει με τον χρόνο και το άλλο με τον χώρο. Οι συντριπτικά μεγαλύτερες ποσότητες βροχής πέφτουν φθινόπωρο και χειμώνα. Τα χιόνια, που τροφοδοτούν με υγρασία καλύτερα από τη βροχή πέφτουν τον χειμώνα. Τα ρέματα έχουν πολύ νερό το φθινόπωρο και τον χειμώνα, λιγότερο την άνοιξη και συνήθως καθόλου το καλοκαίρι. Ομως, η μεγαλύτερη ζήτηση σε νερό είναι το καλοκαίρι. Αρα, η προσφορά είναι ετεροχρονισμένη της ζήτησης.

«Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου του νερού καταλήγει αχρησιμοποίητο στη θάλασσα και δεν είναι διαθέσιμο το καλοκαίρι, όταν οι ανάγκες σε νερό των πεδινών περιοχών είναι τεράστιες. Για παράδειγμα, τώρα τον χειμώνα, όλο το δίκτυο ρεμάτων του Πηνειού ποταμού στη Θεσσαλία έχει μεγάλη ροή, σε μερικές περιοχές πλημμυρίζει και ο όγκος αυτός καταλήγει αχρησιμοποίητος στη θάλασσα, ενώ οι ανάγκες του κάμπου για άρδευση τη θερινή περίοδο είναι τεράστιες. Το ίδιο παρατηρείται και στα ρέματα των περισσότερων νησιών του Αιγαίου», σημειώνει ο έμπειρος δασολόγος, που είχε διατελέσει τακτικός ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Ερευνας (ΕΘΙΑΓΕ). Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το νερό πέφτει στα ορεινά, αλλά οι ανάγκες αξιοποίησής του βρίσκονται στα πεδινά, όπου είναι συγκεντρωμένες οι αγροτικές χρήσεις, οι πόλεις, η οικονομική δραστηριότητα. Αρα πρέπει να μεγιστοποιηθεί η ποσότητα που θα διαφυλάσσεται, ώστε να μην περνάει με ορμή για να πέσει στη θάλασσα... Αυτό το ορμητικό πέρασμα, που οφείλεται και στην υποβάθμιση των εδαφών των βουνών, παρασύρει όσο έδαφος έχει απομείνει και δημιουργεί εκτεταμένα και καταστροφικά πλημμυρικά φαινόμενα στις πεδινές περιοχές.

«Το νερό είναι κρίσιμο μέγεθος του δημόσιου πλούτου και βάση για αειφόρο ανάπτυξη. Είναι λοιπόν απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για τη βαθμιαία συγκράτηση του βρόχινου χειμερινού νερού στο έδαφος και στους ταμιευτήρες των φραγμάτων, έτσι ώστε να φεύγει προς τα πεδινά λίγο λίγο, σαν από κλεψύδρα. Ετσι, θα έχουμε λίγο νερό στα ρέματα σχεδόν όλο τον χρόνο, αντί για πολύ νερό τον χειμώνα και ξεροχειμάρρους το καλοκαίρι», τονίζει ο δρ Μπαλούτσος.

Μέτρα αντιμετώπισης

Τι μέτρα μπορούν να ληφθούν; Από τα σπουδαιότερα είναι η κατασκευή φραγμάτων στην κοίτη ορεινών ρευμάτων, με σεβασμό στο περιβάλλον. Τα φράγματα τη βροχερή περίοδο επιτρέπουν τη ροή του νερού μόνο μετά την υπερχείλιση της «δεξαμενής» πίσω από αυτά. Στη συνέχεια, με το σταμάτημα των βροχών, ο ταμιευμένος όγκος νερού, μέσω ειδικού συστήματος βαθμιαίας αποστράγγισης ρέει προς τα πεδινά και μετακινούμενος από φράγμα σε φράγμα, διατηρεί τη ροή του ρέματος για μεγάλο χρονικό διάστημα την άνομβρη περίοδο. Τα φράγματα μειώνουν, επίσης, τις πλημμυρικές αιχμές. Παρόμοια συνεισφορά έχουν και τα μικρά ξυλοφράγματα κάθετα στην κοίτη ορεινών δασωμένων ρευμάτων. Συνεισφορά έχουν και έργα συλλογής του νερού της βροχής, λιμνοδεξαμενές και μικρότεροι ταμιευτήρες. Στα πολύ σημαντικά έργα εξοικονόμησης νερού περιλαμβάνεται επίσης η φύτευση βλάστησης κατά μήκος ενός ρέματος. Η παραρεμάτια βλάστηση δημιουργεί συνθήκες αποταμίευσης σημαντικού όγκου νερού στη ζώνη δίπλα στο ρέμα κατά τη βροχερή περίοδο. Προστατεύει, επίσης, τις όχθες από τη διάβρωση και αποτρέπει τα πλημμυρικά φαινόμενα.

Ελλειψη κονδυλίων για έργα υποδομής

Στην Ελλάδα έχουμε εμπειρία από έργα συγκράτησης του βρόχινου νερού στα ορεινά. Για πολλές δεκαετίες η Δασική Υπηρεσία υλοποίησε χρήσιμα έργα σε πολλά βουνά. «Η ανάπτυξη της ορεινής Ελλάδας πέρασε σε μεγάλο βαθμό μέσα από το έργο της Δασικής Υπηρεσίας. Σήμερα, όμως, η Υπηρεσία έχει μεγάλα κενά και με δυσκολία μπορεί να ανταποκριθεί ακόμα και στα πιο άμεσα και στοιχειώδη καθήκοντά της», σημειώνει ο δρ Μπαλούτσος.

Στην εποχή μας, τα κονδύλια σπανίζουν για παρόμοια έργα υποδομής, ενώ το κράτος έχει εγκαταλείψει τα ορεινά δάση και τα βουνά γενικότερα, εκτός εάν πρόκειται για τουριστική αξιοποίηση. Κι όμως, σε ένα μελλοντικό πρόβλημα λειψυδρίας, το κόστος για την κοινωνία, αλλά και το περιβάλλον, μπορεί να είναι πολύ ψηλότερο από το να γίνονταν σήμερα ήπια μέτρα αξιοποίησης του νερού. Η περίπτωση της εκτροπής του Αχελώου είναι αποκαλυπτική.

«Τα έργα εξοικονόμησης νερού στα ορεινά της χώρας μας συμβάλλουν επιπλέον σημαντικά στη διαμόρφωση συνθηκών ισορροπίας και αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ νερού, εδάφους και βλάστησης. Η “τριάδα” αυτή, όταν υπάρχει σε κατάσταση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, συμβάλλει στη δημιουργία άριστων περιβαλλοντικών, οικολογικών, αισθητικών, περιηγητικών συνθηκών και ωφελειών», συμπληρώνει ο δρ Μπαλούτσος.