'Πιάνουν τόπο' τα μέτρα του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ για τον περιορισμό της παραγωγής και χρήσης των χημικών ουσιών (πχ, αεροζόλ), που ευθύνονται εν μέρει για τη γνωστή «τρύπα του όζοντος (Ο3)» και αποτελούν δυνάμει θερμοκηπιακά αέρια (ODSs).

Το 2010 παρατηρήθηκε σημαντική μείωση των εκπομπών τους και επιβράδυνση της απίσχνασης της στιβάδας του όζοντος στη στρατόσφαιρα, ανοίγοντας ένα πρώτο παράθυρο αισιοδοξίας για θετικές εξελίξεις.

«Έχει επιβραδυνθεί ο ρυθμός μείωσης του όζοντος, χωρίς να έχει ακόμη αρχίσει η αύξησή του, σε βαθμό τουλάχιστον που να μπορούμε να την παρατηρήσουμε», επισημαίνει ο Νομπελίστας καθηγητής Φυσικής του ΑΠΘ, Αλκιβιάδης Μπάης, σύμφωνα με τον οποίο, η τρίτη γενιά ουσιών αντικατάστασης των ODSs αναμένεται να φέρει ακόμη καλύτερα αποτελέσματα, καθώς εκείνες που αρχικά επελέγησαν για ν' αντικαταστήσουν τους αλογονομένους υδρογονάνθρακες αποδείχτηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις πιο επιβλαβείς.

Τη θετική τάση καταγράφει, άλλωστε, η επικαιροποιημένη έκθεση του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού (WMO) με τίτλο "Scientific Assessment of Ozone Depletion: 2010" ("Επιστημονική Αξιολόγηση περί Εξάντλησης του Όζοντος: 2010), για την οποία εργάστηκαν περίπου 300 επιστήμονες.

Μείωση κατά 10 γιγατόνους ετησίως:

Με βάση τα ευρήματα της έκθεσης, «το 2010, η μείωση των εκπομπών ODSs, ως αποτέλεσμα του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ (σ.σ. υπεγράφη το 1989 και ακολούθησαν σημαντικές τροποποιήσεις), έφτασε στους 10 γιγατόνους ετησίως, εκφρασμένη σε ισοδύναμα διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Ήταν πέντε φορές μεγαλύτερη, από το στόχο ετήσιων μειώσεων, που είχε τεθεί στην πρώτη περίοδο του Πρωτοκόλλου του Κιότο».

Οι ODSs είναι ουσίες όπως οι χλωροφθοράνθρακες (CFCs), που κάποτε χρησιμοποιούνταν στα αεροζόλ και τα ψυγεία, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από τους λεγόμενους υδροχλωροφθοριούχους άνθρακες (HCFCs) και τους υδροφθοριούχους άνθρακες (HFCs). Πολλές από τις ουσίες αυτές, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ήταν ισχυρά θερμοκηπιακά αέρια, δημιουργώντας ανάγκη μείωσής τους (σ.σ. κανονικά, τα θερμοκηπιακά αέρια βοηθούν στη διατήρηση της θερμοκρασίας της Γης, αλλά τα τελευταία χρόνια, η σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεών τους έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της απορροφούμενης ηλιακής ακτινοβολίας και, άρα, την επακόλουθη θερμοκρασιακή μεταβολή).

Οι συνολικές εκπομπές HCFCs προβλέπεται ότι θα αρχίσουν να μειώνονται στην προσεχή δεκαετία, χάρη σε μέτρα που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ το 2007, αν και προς το παρόν αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι τέσσερα χρόνια πριν.

Εξάλλου, κατά 8% ετησίως αυξάνονται οι εκπομπές των HFCs, ένας από τους οποίους, ο HFC-23, αν και δεν έχει επίπτωση στο στρώμα του όζοντος, είναι 14.000 φορές ισχυρότερος ως θερμοκηπαικό αέριο, από ό,τι το CO2.

Δε μειώνεται αλλά ούτε αυξάνεται:

Από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας «το παγκόσμιο όζον, αλλά και το όζον στις περιοχές της Αρκτικής και της Ανταρκτικής δεν μειώνεται πια, αλλά ούτε αυξάνεται ακόμη».

Χάρη στο φρένο που βάζει το Πρωτόκολλο στις ODSs, «το στρώμα του όζοντος στις πολικές περιοχές αναμένεται ν’ ανακάμψει στα προ του 1980 επίπεδα κάποια στιγμή πριν από τα μέσα του αιώνα». Η λεγόμενη «τρύπα της άνοιξης» πάνω από την Ανταρκτική, πάντως, αναμένεται να ανακάμψει πολύ αργότερα, ενώ η αρνητική επίδρασή της στο κλίμα είναι εμφανής, μέσω των μεγάλων αλλαγών στις επιφανειακές θερμοκρασίες και τα "μοντέλα" των ανέμων.

Γενικότερα και παρά την αισιοδοξία που προκαλούν τα προαναφερθέντα δεδομένα, οι κλιματικές αλλαγές αναμένεται να έχουν αυξανόμενη επίδραση στο στρατοσφαιρικό όζον στις επόμενες δεκαετίες. Οι αλλαγές αυτές προκαλούνται κυρίως από τις εκπομπές "μακρόβιων" θερμοκηπαικών αερίων, ιδίως CO2, που σχετίζονται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Στο μεταξύ, όπως επισημαίνει ο κ. Μπάης, πιο συγκεκριμένες εκτιμήσεις για την πορεία των κλιματικών μεταβολών θα "δώσει" η 5η έκθεση αξιολόγησης της Διακυβερνητικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC), που ολοκληρώνεται το 2013. «Αυτό που ξέρουμε ήδη είναι ότι δεν έχουν αλλάξει τα βασικά συμπεράσματα της προηγούμενης έκθεσης, ότι η θερμοκρασία και η στάθμη των υδάτων θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται με τους ρυθμούς που γνωρίζουμε», σημείωσε ο κ. Μπάης, υπενθυμίζοντας, πάντως, την εγγενή αβεβαιότητα στη διατύπωση επιστημονικών σεναρίων για το μέλλον.

Κατά τον κ. Μπάη, το πιο πιθανό σενάριο για τη θερμοκρασιακή μεταβολή, καθοδόν προς το 2100, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αισιόδοξη εκτίμηση για αύξησή της κατά μόνο 1,8 βαθμούς και την απαισιόδοξη, που βλέπει τον υδράργυρο υψηλότερα κατά 3,1 C.

«Εκτιμώ ότι η πιθανότερη είναι η μέση κατάσταση, που προβλέπει αύξηση της θερμοκρασίας κατά περίπου 2,5 βαθμούς Κελσίου, με πιθανό εύρος διακύμανσης ενός βαθμού», σημείωσε ο καθηγητής, που αύριο θα μιλήσει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη για την κλιματική αλλαγή στον 21ο αιώνα. Για την Ελλάδα προβλέπεται επίσης αύξηση θερμοκρασίας και μείωση του υετού (σ.σ. συνολικό νερό από βροχή ή χιόνι).

Περί σεισμών, τσουνάμι και κλίματος:

Στο μεταξύ, ερωτηθείς αν η μετατόπιση του άξονα της Γης, μετά το σεισμό και το τσουνάμι στην Ιαπωνία, θα μπορούσε να επιδράσει στο παγκόσμιο κλίμα και τις θερμοκρασίες ανά την υφήλιο, ο κ. Μπάης ξεκαθάρισε ότι δεν είναι ειδικός, για να δώσει τεκμηριωμένη απάντηση. «Πιστεύω, ωστόσο, λογικά σκεπτόμενος, ότι η μετατόπιση του άξονα της γης που συνέβη δεν ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να επιφέρει σοβαρή αλλαγή πάνω στο κλίμα», υπογράμμισε.