H 21η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από τη διεθνή κοινότητα ως η Παγκόσμια Ημέρα της Δασοπονίας και συμπίπτει με την έναρξη του εαρινού ηλιοστασίου, δηλαδή την πρώτη μέρα της άνοιξης.

Το δάσος έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, καθώς αποτέλεσε την πρωταρχική πηγή πρώτων υλών για αρκετές χιλιετηρίδες.

Προϊόντα όπως το ξύλο για κατασκευές ή για καύσιμη ύλη, οι καρποί, τα θηράματα και η βοσκήσιμη ύλη βοήθησαν στην ταχύτατη ανάπτυξη και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Τις τελευταίες δεκαετίες εκτιμήθηκαν και άλλες λειτουργίες του δάσους, όπως η δυνατότητα αναψυχής που προσφέρει, η στήριξη του εδάφους και η υποβοήθηση στην αποταμίευση νερού. Ωστόσο, η αλόγιστη και εξαντλητική εκμετάλλευση των δασικών πόρων, ιδίως μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, οδήγησαν στην εξαφάνιση και την υποβάθμιση πολλών δασικών εκτάσεων. Αυτός ήταν και ένας από τους κύριους λόγους για τη γέννηση και σταδιακή εξέλιξη της επιστήμης της δασοπονίας.

Με ορατό τον κίνδυνο έλλειψης ξύλου στην Ευρώπη, αναπτύχθηκαν στις αρχές του 16ου αιώνα οι πρώτες θεμελιώδεις θεωρίες της δασοπονίας. Σύμφωνα με αυτές, η ως τότε σχεδόν ανύπαρκτη δασική διαχείριση θα έπρεπε να ασκείται πλέον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι ποσότητες ξυλείας που λαμβάνονται σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο να είναι μικρότερες ή ίσες των ποσοτήτων που μπορεί να παράγει το δάσος την ίδια χρονική περίοδο. Σήμερα, η έννοια της δασικής αειφορίας έχει διευρυνθεί, ώστε να περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη δασική διαχείριση με στόχο την αύξηση ή διατήρηση και την αναβάθμιση των δασικών εκτάσεων παγκοσμίως.

Στην Ελλάδα, η επιστήμη της δασοπονίας πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και αναπτύχθηκε σταδιακά μέχρι και σήμερα. Σταθμός για τη δασοπονία στη χώρα μας υπήρξε το 1953, όταν για πρώτη φορά η δασική αειφορία, εννοιολογικά ολοκληρωμένη, πέρασε στις τότε προδιαγραφές εκπόνησης των διαχειριστικών μελετών για τα δάση.

Τα δασικά οικοσυστήματα της χώρας μας αποτελούν ένα μικρό θησαυρό όχι μόνο για μας τους Έλληνες αλλά και για όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Το έντονο τοπογραφικό ανάγλυφο με τις ψηλές οροσειρές να χωρίζουν τη χώρα μας ουσιαστικά σε δύο τμήματα, καθώς και η μεγάλη μας ακτογραμμή, έχουν διαμορφώσει μια μοναδική ποικιλία δασικών οικοσυστημάτων. Υπάρχουν μελέτες, οι οποίες δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη δασικής βιοποικιλότητας στην Ευρώπη. Μόνο η Ισπανία θα μπορούσε να συγκριθεί σε κάποιο βαθμό με την Ελλάδα. Στην χώρα μας μπορεί κάποιος να συναντήσει όλες τις κύριες κατηγορίες βλαστητικών ζωνών της γηραιάς ηπείρου. Και αν αυτό δεν ακούγεται αρκετά εντυπωσιακό, τότε το ότι όλες αυτές οι ζώνες είναι προσβάσιμες σε μία απόσταση 25 περίπου χιλιομέτρων εντυπωσιάζει σίγουρα. Για παράδειγμα, αν κάποιος βρεθεί λίγο κάτω από το Λιτόχωρο θα μπορούσε σε μια μέρα να παρατηρήσει το παραπάνω ξεκινώντας χαμηλά από τη βλάστηση των αμμωδών εκτάσεων και ανηφορίζοντας να συναντήσει τα ευμεσογειακά δάση με πεύκες, αριές, πουρνάρια, κουμαριές, ρείκια, λαδανιές και άλλουςσκληρόφυλλους αείφυλλους θάμνους και δέντρα, στη συνέχεια τα παραμεσογειακά δάση με φυλλοβόλες δρυς, πιο πάνω τα δάση οξιάς και ψυχροβίων κωνοφόρων (έλατα, μαύρη και δασική πεύκη) που μοιάζουν μ’ αυτά της κεντρικής Ευρώπης και να καταλήξει στις υπαλπικές και αλπικές ζώνες με ψυχρόβιους αρκεύθους. Το ίδιο μπορεί να συναντήσει κάποιος και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Ωστόσο σήμερα, η γενική κατάσταση των ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων, καθώς και η πρακτική εφαρμογή της δασοπονίας στη χώρα μας από την άποψη της διοίκησης και της πολιτικής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευοίωνη. Το 2000 το WWF Ελλάς παρουσίασε μια καταγραφή των θετικών και αρνητικών σημείων της ελληνικής δασοπονίας. Στα θετικά συγκαταλέγονταν και συνεχίζουν να συγκαταλέγονται: το ιδιαίτερο δασικό περιβάλλον της Ελλάδας, το οποίο είναι, όπως προαναφέρθηκε, πλουσιότατο όσον αφορά τους δείκτες βιοπικοιλότητας, ο κοινωνικός ρόλος της δασοπονίας, το πλήθος των δασικών προϊόντων που μπορούν να παραχθούν και η πολυδιάστατη δασική χρήση, ο δημόσιος χαρακτήρας των δασών και τα φυσικά μας δάση. Ωστόσο όμως, και τα αρνητικά σημεία που αναφέρθηκαν σε εκείνη την καταγραφή και δεν ήταν λίγα, εξακολουθούν να υφίστανται και δυστυχώς εμπλουτίσθηκαν και με άλλα, όπως η προσπάθεια αναθεώρησης-υποβάθμισης του άρθρου 24 του Συντάγματος. Τα κυριότερα αρνητικά στοιχεία της ελληνικής δασοπονίας σχετίζονται με: τη μείωση και την ελλιπή εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων, τις πολλές κενές οργανικές θέσεις στο δημόσιο δασικό τομέα, την έλλειψη δασολογίου και κτηματολογίου, τα προβλήματα των προστατευόμενων περιοχών και των φορέων διαχείρισής τους, την έλλειψη πόρων για δασική έρευνα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα που στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματοποιούνται σε βάρος των δασικών μας οικοσυστημάτων και τέλος τη «διάτρητη» δασική νομοθεσία και την προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 24, που αποτελεί «εγγυητή» της δασικής γης στη χώρα μας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα προβλήματα της δασοπονίας παρουσιάζονται εντονότερα στα τροπικά δάση, τα οποία αποτελούν τα πλουσιότερα χερσαία οικοσυστήματα με περίπου τα μισά είδη της χλωρίδας και πανίδας της γης να απαντώνται σε αυτά. Τεράστιες εκτάσεις τροπικών δασών αφανίζονται κάθε χρόνο, είτε με ληστρικές υλοτομίες για την παραγωγή ξυλείας, είτε με καύση για τη μετατροπή τους σε γεωργική γη. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ετήσιες απώλειες τροπικών δασών που ισοδυναμούν με έκταση ίση με την έκταση του Βελγίου. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, η διεθνής κοινότητα δραστηριοποιήθηκε εντονότερα με στόχο την καταπολέμηση και την αντιστροφή αυτού του φαινομένου. Σταδιακά και μέχρι τα τέλη της ίδιας δεκαετίας, η δραστηριοποίηση αυτή μεγάλωσε και επέκτεινε το στόχο για την αύξηση ή διατήρηση και βελτίωση των δασικών οικοσυστημάτων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες παγκόσμιες συνδιασκέψεις τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Ως πιο σημαντική αναγνωρίζεται η συνδιάσκεψη του Ρίο (1992), η οποία έθεσε τα θεμέλια για την άσκηση μιας ορθολογικότερης αειφορικής διαχείρισης σε παγκόσμιο επίπεδο και αποτέλεσε την αφετηρία για την ανάπτυξη συστημάτων πιστοποίησης αυτής.