Ο πιο τρομακτικός βάτραχος στον κόσμο

Ο πιο τρομακτικός βάτραχος στον κόσμο

Τεράστια αγκάθια που προεξείχαν από το κρανίο του και επίπεδη πανοπλία στην πλάτη είχε ο αρχαίος βάτραχος Beelzebufo ampinga, γνωστός ως  «διαβολοβάτραχος», σύμφωνα με νέα ανάλυση.

Ο «τερατώδης» βάτραχος έζησε την Κρητιδική περίοδο στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η Αφρική. Η πανοπλία στην πλάτη του έμοιαζε με κέλυφος χελώνας και μαζί με τα αγκάθια τον προστάτευε από τους επίδοξους θηρευτές της εποχής, μεταξύ των οποίων δεινόσαυροι και κροκόδειλοι.

«Γνωρίζαμε ότι ήταν μεγάλος και γνωρίζαμε ότι ήταν θηρευτής. Το νέο υλικό όμως μας δείχνει πως ήταν ακόμα καλύτερα θωρακισμένος απ ό,τι νομίζαμε» δήλωσε η Susan Evans, καθηγήτρια παλαιοντολογίας στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου και επικεφαλής της μελέτης.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν πρώτη φορά δείγματα οστών του μυστηριώδους βατράχου στη Μαδαγασκάρη το 1998, ωστόσο πέρασαν δέκα χρόνια για να συγκεντρώσουν αρκετά στοιχεία και να αναγνωρίσουν το είδος, στο οποίο έδωσαν το παρατσούκλι «διαβολοβάτραχος».

Ο γιγάντιος βάτραχος, της οικογένειαςCeratophryidae, έζησε πριν 70 με 65 εκατομμύρια χρόνια και είχε μήκος περίπου 25,4 εκατοστά.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι ο βάτραχος Beelzebufo ampinga είχε τεράστιο σφαιρικό κεφάλι, κοφτερά δόντια και κοντά πίσω πόδια, ωστόσο από τη νέα ανάλυση προέκυψε ότι ήταν αρκετά πιο τρομακτικός καθώς διέθετε αγκάθια και πλάκες ενσωματωμένες στο δέρμα του, οι οποίες θυμίζουν το κέλυφος της χελώνας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες ο «διαβολοβάτραχος» ήταν μεγάλος θηρευτής και επιτίθονταν ακόμα και σε μικρά θηλαστικά.

Σε ό,τι αφορά την πανοπλία του, μια εξήγηση είναι ότι τον βοηθούσε να προσαρμοστεί στο ξηρό περιβάλλον, σκάβοντας κάτω από το χώμα για να δροσιστεί από τον καυτό ήλιο, ενώ το πιθανότερο είναι ότι τον προστάτευε από τους θηρευτές του.

«Υπήρχαν άπειρα ζώα εκείνη την περίοδο που θα τους άρεσε να δαγκώσουν έναν μεγάλο, ζουμερό βάτραχο: δεινόσαυροι, κροκόδειλοι αλλά και περίεργα θηλαστικά που κάποτε ζούσαν στην υπερήπειρο Γκοντβάνα», εξήγησε η Δρ. Evans.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου στην επιστημονική επιθεώρηση Plos One.

Πηγή: econews.gr

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο