Ο πληθυσμός των αγελάδων μειώνεται συνεχώς ανά τον κόσμο και το γεγονός, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, μπορεί να οδηγήσει παγκοσμίως ακόμη και σε έλλειψη γαλακτοκομικών προϊόντων.

Είναι χαρακτηριστικό πως, σήμερα, αντιστοιχούν 30,7 εκατομμύρια αγελάδες σ’ ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους, ενώ πριν από 40 χρόνια η αναλογία αυτή ανερχόταν σε 400 εκατ. αγελάδες προς ένα δισ. ανθρώπων.

Ακόμη και τη χρονική περίοδο 2001-2003 αντιστοιχούσαν 110 εκατ. ζώα σε ένα δισ. ανθρώπους. Μάλιστα, οι ειδικοί εκτιμούσαν τότε πως, σήμερα, η αναλογία θα ήταν 20 εκατ. προς ένα δισ. Οι προβλέψεις αυτές διαψεύστηκαν, ωστόσο, όπως αναφέρει ο καθηγητής του τμήματος Κλινικής Παραγωγικών Ζώων, της Κτηνιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, Κώστας Μπόσκος, «εάν Έλληνες και Πολιτεία δεν κατανοήσουν άμεσα ότι ο πρωτογενής τομέας, μαζί με τον τουρισμό, είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας μας, τότε δεν αποκλείεται στο προσεχές μέλλον… ακόμα και να πεινάσουμε».

Τονίζοντας ότι τη δεκαετία του 1970 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 150.000 εκτροφικές μονάδες αγελάδων παραγωγής, ο κ. Μπόσκος επεσήμανε ότι ο αριθμός τους σήμερα ανέρχεται μόλις σε 3.500, με τους κωδικούς να μην υπερβαίνουν τις 4.072.

Στο πλαίσιο αυτό, ο καθηγητής του ΑΠΘ υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη «να στρωθούμε όλοι στη δουλειά, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε τη διατροφή των Ελλήνων πολιτών». Επέρριψε δε ευθύνες και στην Πολιτεία, η οποία - όπως υποστήριξε - «πρέπει επιτέλους να χαράξει μια σταθερή, μακροχρόνια κτηνοτροφική πολιτική, δίνοντας κατεύθυνση στους κτηνοτρόφους, οι οποίοι παλεύουν μόνοι τους και εκσυγχρονίζουν τις μονάδες τους, βασιζόμενοι στον απόηχο των εξελίξεων που συντελούνται σε παγκόσμιο επίπεδο».

Φθίνει και η… γονιμότητα των αγελάδων

Μεταξύ άλλων, ο καθηγητής του ΑΠΘ σημείωσε ότι σε φθίνουσα πορεία βρίσκεται και η γονιμότητα των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στις επιχειρηματικές εκτροφές, γεγονός που ναι μεν συνάδει σε πρόβλημα, αποτελεί όμως και μια πρόκληση και ευκαιρία για τους αγροτικούς κτηνιάτρους, προκειμένου να ανακτήσουν το κύρος που απώλεσαν κατά την πορεία εξέλιξης της κτηνοτροφίας.

Ταυτόχρονα, όμως, ανέφερε πως η αποτελεσματικότητα της παρέμβασής τους προϋποθέτει την εισαγωγή και εφαρμογή καινοτόμων τεχνικών διαχείρισης της αναπαραγωγής, καθώς και γενικότερα την παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου.

Διευκρίνισε, ότι οι εργαστηριακές δοκιμές, που αποτελούν ένα μέσο που παραμένει υπό κτηνιατρικό έλεγχο, μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην έγκαιρη ανίχνευση, εντόπιση και αντιμετώπιση κρίσιμων φυσιολογικών διαταραχών.

Μιλώντας, εξάλλου, για τον ρόλο και την κοινωνική θέση των κτηνιάτρων που απασχολούνται με τη διαχείριση αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, ο κ. Μπόσκος υπογράμμισε, ότι για την ανάκτηση του κύρους τους, που έχασαν σταδιακά από το 1970 και μετά, λόγω εμπλοκής διαφόρων φορέων, θα πρέπει οι ίδιοι να αποκτήσουν τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, στην αναπαραγωγή, υγεία, διαχείριση και οικονομία των εκτροφών, στη διατροφή, στα προβλήματα περιβάλλοντος, στη γενετική, καθώς και στην συλλογών πολλαπλών δεδομένων και την ερμηνεία αυτών.