Μελέτη σε τρεις χώρους πρασίνου του δήμου Θεσσαλονίκης ως προς την ποικιλία και αφθονία των ειδών πτηνών που φωλιάζουν εκεί εκπόνησαν οι Ολγα Μασλαρινού και Κώστας Νικολάου, από τη Σχολή Θετικών Επιστημών & Τεχνολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Πάτρας και Π. Μπίρτσας από το Εργαστήριο Άγριας Πανίδας, τμήμα Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, παράρτημα Καρδίτσας, ΤΕΙ Λάρισας.

Ως περιοχή έρευνας επιλέχθηκαν τρεις χώροι πρασίνου στο κέντρο του πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλης της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα, οι κήποι του Πασά, το πάρκο της Χ.Α.Ν.Θ. και το πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής της νέας παραλίας.

Όπως αναφέρεται στην μελέτη, η Θεσσαλονίκη εξαιτίας της θέσης της, στο μυχό του Θερμαϊκού και μεταξύ δύο σημαντικών συμπλεγμάτων υγροτόπων (Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα και των λιμνών Βόλβης-Κορώνειας) αποτελεί για περίπου 85 είδη της άγριας πτηνοπανίδας σημαντικό μεταναστευτικό σταθμό κατά την άνοιξη ή το φθινόπωρο, τόπο ξεχειμωνιάσματος ή τόπο αναπαραγωγής για επιδημητικά και μεταναστευτικά είδη, που επιλέγουν να φωλιάσουν στην πόλη ή στο περιαστικό δάσος, σε δέντρα, θάμνους, χόρτα, βράχια, κτίρια, τείχη.

Οι κήποι του Πασά

Στο πάρκο καταγράφηκαν 12 είδη πτηνών και 4 είδη στην ευρύτερη περιοχή κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Ο αριθμός αυτός θεωρείται εξαιρετικά μικρός για ενδιαίτημα που συγκεντρώνει πλήθος θετικών χαρακτηριστικών, όπως είναι η μεγάλη, για τα ελληνικά δεδομένα, έκταση του πάρκου με τους γειτονικούς χώρους πρασίνου.

Η περιοχή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φτωχή σε αριθμό ειδών, ενώ τέσσερα από αυτά (δεκαοχτούρα, κουρούνα, ψαρόνι και δενδροσπουργίτης) ανήκουν στα αστικά εξειδικευμένα και ο πληθυσμός τους ξεπερνάει το 70% του συνολικού αριθμού πτηνών.

Ειδικά τα ψαρόνια, που έως πριν από λίγα χρόνια ήταν μόνο χειμερινοί επισκέπτες, φαίνεται να εξελίσσονται σε επιδημητικά, παραμένοντας σε πολύ μεγάλους πληθυσμούς και κατά την περίοδο φωλεοποίησης.

Το πάρκο της Χ.Α.Ν.Θ.

Σ' αυτό τον ανοιχτό χώρο πρασίνου, σύμφωνα με την μελέτη, ήταν παρόντα δέκα είδη, ενώ λόγω του θορύβου από την κίνηση των οχημάτων στις οδικές αρτηρίες που περιβάλλουν το πάρκο δεν ήταν δυνατόν να ακουστούν τα είδη που πιθανόν υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή όπως κάτω από τη Μεγάλου Αλεξάνδρου και προς την παραλία ή πάνω από τη Βασιλέως Γεωργίου στο αρχαιολογικό μουσείο.

Το πάρκο είναι από τα μεγαλύτερα σε έκταση, για το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης με 89,6 στρέμματα μαζί με τους χώρους πρασίνου που το περιβάλλουν αλλά , παρόλα αυτά, δεν φαίνεται ότι μπορεί να φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό ειδών.

Πέντε από αυτά (δεκαοχτούρα, κουρούνα, ψαρόνι, σπιτοσπουργίτης και δενδροσπουργίτης) ανήκουν στα αστικά εξειδικευμένα και ο πληθυσμός τους ξεπερνάει το 70% του συνολικού αριθμού πτηνών. Τρία είδη είναι αποκλειστικά σποροφάγα και καρποφάγα (Δεκαοχτούρα, Σπίνος, Πράσινος παπαγάλος), ένα μόνο είδος είναι αποκλειστικά εντομοφάγο (Ωχροστριτσίδα) και έξι είδη είναι παμφάγα.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο πράσινος παπαγάλος είναι εισαγόμενο είδος, που έχει φυσική εξάπλωση στην κεντρική Αφρική και τη νότιο Ασία, ενώ στη Θεσσαλονίκη έχει σχηματίσει αποικίες σε διάφορα πάρκα με άτομα που πιθανών δραπέτευσαν από κλουβιά αλλά βρήκαν κατάλληλο ενδιαίτημα και φώλιασαν. Ακόμα δεν έχουν εκτιμηθεί οι επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η παρουσία του στην αυτόχθονη ορνιθοπανίδα.

Το πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής της νέας Παραλίας

Ο συγκεκριμένος χώρος πρασίνου είναι μικρός, μόλις 18,9 στρέμματα . Η ορνιθοπανίδα είναι σχεδόν απούσα, αφού τα πέντε (καρακάξα, κουρούνα, ψαρόνι, κάργια και σπιτοσπουργίτης) από τα επτά είδη που καταγράφηκαν ανήκουν στα αστικά εξειδικευμένα και ο πληθυσμός τους ξεπερνάει το 80% του συνολικού αριθμού πτηνών. Τα είδη αυτά τα συναντούμε σχεδόν παντού στο αστικό δομημένο περιβάλλον.

Συμπερασματικά, οι μελετητές διαπιστώνουν ότι μικρός αριθμός ειδών πτηνών φωλιάζουν στα πάρκα της περιοχής έρευνας, οι χώροι πρασίνου της Θεσσαλονίκης έχουν πολύ μικρή έκταση και παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα όχλησης κατά την περίοδο φωλεοποίησης. Στα πάρκα που μελετήθηκαν υπάρχει μικρό ποσοστό κάλυψης του εδάφους από δέντρα και θάμνους και απουσιάζει η δομική πολυπλοκότητα - ύπαρξη μόνο δύο επιπέδων στη βλάστηση. Ωστόσο, οι χώροι πρασίνου εμφανίζουν ποικιλία διαφορετικών ειδών δέντρων, με την παρουσία των ξενικών ειδών να φτάνει σε ποσοστό από 20-60%.

"Ειδικά τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια να αντικατασταθούν είδη που χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα (όπως οι λεύκες της παραλίας) με ειδών κωνοφόρων και πλατυφύλλων. Ωστόσο υπάρχουν ελάχιστα είδη που μπορούν να παράσχουν τροφή, κάλυψη και θέσεις φωλεοποίησης στην άγρια πανίδα", σημειώνεται στην μελέτη.

Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι εξακολουθεί η φύτευση ξενικών ειδών, που πιθανόν να μην αναγνωρίζονται από τα πτηνά ως στοιχείο του ενδιαιτήματός τους και να μην παρέχουν την κατάλληλη τροφή, ενώ η εκτεταμένη χρήση ειδών, όπως η Ψευδακακία (Robinia pseudοacacia) και η Πικροδάφνη (Nerium oleander), που είναι δηλητηριώδη για τα πτηνά, μπορεί να προκαλέσει από την κατανάλωση των σπόρων τους, εμετό, διάρροια, αδυναμία και κατάρρευση.

Οι ερευνητές προτείνουν, μεταξύ άλλων, τη φύτευση ειδών που προσφέρουν τροφή στα πτηνά, την ενίσχυση της δομικής πολυπλοκότητας με φύτευση θάμνων διαφορετικών μεγεθών, την σταδιακή αντικατάσταση των ξενικών ειδών, την φύτευση αναρριχώμενων φυτών, που προσφέρουν τροφή στα πτηνά, σε τοίχους και περιφράξεις και το σχεδιασμό και υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης των πτηνών στα διαχειριστικά μέτρα που λαμβάνονται στους χώρους πρασίνου.