Η υιοθέτηση περισσοτέρων από 25 βασικών συμβάσεων για τη ναυτική ασφάλεια, την πρόληψη της ρύπανσης και την ευθύνη αποζημίωσης, πέτυχαν να μειώσουν δραστικά τη ρύπανση από τα πλοία.

Αυτό αναφέρεται σε ενημερωτικό έντυπο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών(ΕΕΕ) με τίτλο "Πρόληψη Περιβαλλοντικής Ρύπανσης από Πλοία", στο οποίο καταγράφεται το διεθνές και κοινοτικό πλαίσιο κανόνων και υποχρεώσεων για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η ΕΕΕ τονίζει ότι τα ναυτικά ατυχήματα που στατιστικά είναι πολύ λίγα δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως, ωστόσο δεσμεύεται για ολοκληρωτική εξάλειψη της λειτουργικής ρύπανσης από πλοία που είναι πιο σημαντική, αλλά όχι και τόσο θεαματική.

Σύμφωνα με την Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, το 85% των 29 εκατομμυρίων γαλονιών που καταλήγουν στον Ωκεανό της Βορείου Αμερικής κάθε χρόνο είναι αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που προέρχεται από χερσαίες εκροές, μολυσμένα ποτάμια, αεροσκάφη και τζετ σκι, ενώ λιγότερο από 8% προέρχεται από δεξαμενόπλοια ή από διαρροές αγωγών.

Η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τις Επιστημονικές Πτυχές της Θαλάσσιας Ρύπανσης των Ηνωμένων Εθνών (GESAMP) υπολόγισε ότι οι απορρίψεις από την ξηρά (λύματα, βιομηχανικές απορροές και αστικές/ποτάμιες εκροές) και ατμοσφαιρικές είσοδοι από χερσαίες βιομηχανικές πηγές ανέρχονται περίπου στο 77% της θαλάσσιας ρύπανσης που προέρχεται από ανθρώπινες δραστηριότητες. Σε αντίθεση, οι ναυτιλιακές μεταφορές είναι υπεύθυνες μόνο για το 12% του συνόλου. Ωστόσο, αυτές οι εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών έγιναν το 1990 και το ποσοστό της θαλάσσιας ρύπανσης που μπορεί να αποδοθεί στη ναυτιλία θεωρείται ότι είναι σήμερα χαμηλότερο του 10%.

Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ, οι ποσότητες πετρελαίου που μεταφέρονται δια θαλάσσης αυξήθηκαν από 1.600 εκατομμύρια τόνους το 1992 σε περισσότερο από 2.400 εκατομμύρια τόνους το 2008. Περισσότερα από 34 .000 εκατομμύρια τόνοι μεταφέρθηκαν την περίοδο των 16 ετών. Σε αντίθεση, ο αριθμός των μεγάλων ρυπάνσεων με πετρέλαιο την ίδια περίοδο δείχνει σταθερή μείωση.

Ο μέσος όρος για την δεκαετία του 2000 είναι μικρότερος από το μισό του μέσου όρου της δεκαετίας 1990 και μόλις το ένα όγδοο του μέσου όρου της δεκαετίας 1970. Το ίδιο συμβαίνει και για μεσαίου μεγέθους ρυπάνσεις από δεξαμενόπλοια (7-700 τόνους) όπου ο μέσος όρος του αριθμού ρυπάνσεων που έγιναν την τελευταία δεκαετία είναι 14, το μισό από εκείνες που έγιναν την προηγούμενη δεκαετία. Ο μέσος όρος του αριθμού ρυπάνσεων για την δεκαετία (2000-2009) είναι περίπου τρεις. Ο αριθμός των μεγάλων ρυπάνσεων από δεξαμενόπλοια ήταν μηδέν το 2009.