Δεκαπλάσια τα ψάρια στους ωκεανούς

Δεκαπλάσια τα ψάρια στους ωκεανούς

Τα ψάρια στους ωκεανούς, ιδίως αυτών μεσοπέλαγα, είναι τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερα από ό,τι θεωρούσαν έως τώρα οι επιστήμονες, σύμφωνα με νέες αισιόδοξες μετρήσεις ισπανών ερευνητών, οι οποίοι εκτιμούν ότι η συνολική βιομάζα τους πρέπει να αναθεωρηθεί από το ένα στα δέκα δισεκατομμύρια τόνους. Τα μεσοπελαγικά ψάρια αποτελούν τον κύριο όγκο της βιομάζας των ψαριών των ωκεανών. 

Οι επιστήμονες της «Αποστολής Μαλασπίνα», με επικεφαλής τους ερευνητές Κάρλος Ντουάρτε και Χαβιέ Ιριγκογιέν του Ισπανικού Εθνικού Συμβουλίου Ερευνών (CSIC), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", ταξίδεψαν ανά την υδρόγειο περίπου 32.000 ναυτικά μίλια, σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 40 μοιρών βόρεια και 40 μοιρών νότια, και έκαναν συνεχείς ακουστικές μετρήσεις σε βάθη 200 έως 1.000 μέτρων. Στην αποστολή, που χρηματοδοτήθηκε με 6 εκατ. ευρώ από την ισπανική κυβέρνηση, συμμετείχαν δεκάδες ερευνητικοί φορείς, μεταξύ των οποίων το Ισπανικό Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας, 16 ισπανικά πανεπιστήμια και το ισπανικό Πολεμικό Ναυτικό. 

Τα μεσοπελαγικά ψάρια ζουν στη «ζώνη του λυκόφωτος» των ωκεανών (σε βάθος 200 - 1.000 μέτρων) και αποτελούν τα πιο πολυάριθμα σπονδυλωτά της γήινης βιόσφαιρας, όμως οι επιστήμονες ακόμα έχουν μεγάλα κενά στις γνώσεις τους για τη βιολογία, την οικολογία και τη συνολική βιομάζα αυτών των θαλάσσιων πληθυσμών. 

Οι έως τώρα εκτιμήσεις για τη μάζα των μεσοπελαγικών ψαριών βασίζονται κυρίως στην αλιεία με τράτες. Όμως πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι τα εν λόγω ψάρια έχουν την ικανότητα να εντοπίζουν έγκαιρα τα δίχτυα και να ξεφεύγουν μακριά από αυτά, με συνέπεια οι αριθμοί για τους πληθυσμούς τους -με βάση τις ψαριές που ανεβάζουν τα αλιευτικά στην επιφάνεια- να υποεκτιμώνται. 

Η νέα συστηματική έρευνα με σόναρ δείχνει, σύμφωνα με τον Χαβιέ Ιριγκογιέν, ότι «η βιομάζα των μεσοοπελαγικών ψαριών και συνεπώς η συνολική βιομάζα όλων των ψαριών είναι τουλάχιστον δέκα φορές μεγαλύτερη από ό,τι νομίζαμε προηγουμένως». Τελικά φαίνεται πως οι ωκεανοί δεν είναι οι «έρημοι» που νόμιζαν πολλοί επιστήμονες. 

Τα μεσοπελαγικά ψάρια ανεβαίνουν το βράδυ στα ανώτερα στρώματα του ωκεανού για να βρουν τροφή και επιστρέφουν την ημέρα σε βαθύτερα νερά για να αποφύγουν τους θηρευτές. Αυτό το «ανεβοκατέβασμα» έχει μια περιβαλλοντική επίπτωση, όσον αφορά τον «κύκλο του άνθρακα» στους ωκεανούς, καθώς επιταχύνει την μεταφορά οργανικής ύλης από τα ρηχά στα βαθιά. Αυτή η διαδικασία διευκολύνει την απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και την απορρόφησή του από τις θάλασσες. 

SOS για τις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές 

Εξάλλου, μια άλλη διεθνής επιστημονική έρευνα, η μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα, με επικεφαλής τον Γκράχαμ Έντγκαρ του πανεπιστημίου της Τασμανίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το «Science», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές ανά τον κόσμο (γύρω στο 60%) έχουν αποτύχει να προστατεύσουν πράγματι τους θαλάσσιους οργανισμούς στην επικράτειά τους. 

Μόνο το 10% των προστατευμένων περιοχών βρέθηκαν να δικαιολογούν το όνομά τους πραγματικά, ενώ το υπόλοιπο 30% βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Συνολικά υπάρχουν περίπου 5.100 τέτοιες περιοχές, που εμπίπτουν σε κάποιο καθεστώς προστασίας και καλύπτουν σχεδόν το 1,8% των θαλασσών του πλανήτη, αλλά η αλιεία απαγορεύεται μόνο στο 1%. 

Η μελέτη εξέτασε δειγματοληπτικά πάνω από 2.000 είδη ψαριών μέσα και έξω από 87 θαλάσσια πάρκα και άλλες τέτοιες προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές σε 40 χώρες του πλανήτη και βρήκε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αριθμοί των ψαριών μέσα στις εν λόγω περιοχές δεν είναι μεγαλύτεροι από εκείνους στις θάλασσες όπου επιτρέπεται ελεύθερα η αλιεία (οι ερευνητές συνέκριναν με στοιχεία από 1.022 αλιευτικές περιοχές). 

Όπως είπε ο ερευνητής Τρέβορ Γουίλις του βρετανικού πανεπιστημίου του Πόρτσμουθ, πολλές περιοχές είναι «προστατευμένες» μόνο κατ’ όνομα και αποτελούν «πάρκα στα χαρτιά», όπου η αλιεία και άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες (καθώς επίσης η θαλάσσια ρύπανση) συνεχίζονται κανονικά, με συνέπεια να μην παρατηρείται κάποια ανάκαμψη στον αριθμό των ψαριών. Το πρόβλημα αφορά κυρίως την ελλιπή επιτήρηση αυτών των περιοχών από τις Αρχές, καθώς και το μικρό μέγεθός τους. 

Στις λίγες εκείνες θαλάσσιες περιοχές όπου η προστασία είναι αποτελεσματική (όλες είναι μεγάλες με έκταση πάνω από 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η «ηλικία» τους είναι άνω των δέκα ετών), η έρευνα διαπίστωσε ότι περιέχουν κατά μέσο όρο οκτώ φορές πιο μεγάλα ψάρια, εννέα φορές περισσότερα κοπάδια και 14 φορές περισσότερους καρχαρίες, σε σχέση με τις περιοχές όπου η αλιεία επιτρέπεται (ή γίνεται παρά τους τυπικούς περιορισμούς).

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο