Ο φόβος και η αβεβαιότητα, που γεννήθηκαν μετά το συμβάν στη Φουκουσίμα, εξαπλώνονται ταχύτερα και πιο μακριά από τα ραδιενεργά κατάλοιπα μιας πυρηνικής έκρηξης.

Η αρνητική διάθεση των πολιτών στην πυρηνική ενέργεια ενισχύεται σε όλον τον πλανήτη, όπως δείχνουν πρόσφατες δημοσκοπήσεις ακόμη και σε χώρες όπου, παραδοσιακά, ο κόσμος ήταν συμφιλιωμένος με το θέαμα ενός πυρηνικού εργοστασίου σε μικρή, σχετικά, απόσταση από την κατοικία ή τον περίπατό του.

Υπάρχουν, όμως, τα περιθώρια να «βάλουμε στο ράφι» μια λύση στο ενεργειακό πρόβλημα, της οποίας οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου είναι χαμηλές; Ιδιαίτερα, όταν καταβάλλονται προσπάθειες να πεισθούν άπαντες για τη σημασία που έχει το να μην υπερβεί τους 2 βαθμούς Κελσίου η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, το 2050;

Το άμεσο, πρακτικό, δίλημμα «πυρηνική ενέργεια ή κάρβουνο» που αντιμετωπίζει σήμερα η Ιαπωνία ανέδειξε ο διευθυντής κλιματικής στρατηγικής και διαβουλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Άρτουρ Ρούνγκε-Μέτσγκερ, την προηγούμενη εβδομάδα στη Βουδαπέστη. «Αν δεν έχεις τη σχεδόν μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα πυρηνική ενέργεια, τι άλλο μπορείς να κάνεις; Η εναλλακτική λύση τους είναι το κάρβουνο. Συνεπώς, μπορεί να πουν ότι είναι πολύ πιο δύσκολο γι αυτούς να μειώσουν τις εκπομπές. Δεσμεύθηκαν για μείωση των εκπομπών κατά 25%, αλλά ανέλαβαν τη δέσμευση με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε η πυρηνική ενέργεια», είπε ο αξιωματούχος των Βρυξελλών. Σημειωτέον, η Ιαπωνία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί διάδοχη στο Πρωτόκολλο του Κιότο συνθήκη, η ισχύς της οποίας λήγει το 2012.

Τις επιπλέον διαστάσεις του διλήμματος σκιαγράφησε ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τασκ, η κυβέρνηση του οποίου, στο πλαίσιο της ενεργειακής απεξάρτησής της από τη Ρωσία, προγραμματίζει την κατασκευή των πρώτων δύο πυρηνικών σταθμών στη χώρα. Μετά τη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες, όπου οι Ευρωπαίοι ηγέτες συζήτησαν ζητήματα πυρηνικής ασφάλειας, ο Πολωνός πρωθυπουργός είπε, σε εκπροσώπους του Τύπου, ότι «βέβαια, η βιομάζα και ο αέρας δεν θα αντικαταστήσουν την ηλεκτροπαραγωγή από το κάρβουνο και την πυρηνική ενέργεια. Αν συζητάμε, το πρωί, για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν μπορούμε το απόγευμα να δηλώνουμε ότι είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τη χαριστική βολή στην ενέργεια και να απαλείψουμε τις πιο αποτελεσματικές και φθηνές πηγές».

Στο δημόσιο διάλογο για το μέλλον της πυρηνικής ενέργειας, που «άνοιξε» μετά το πυρηνικό δυστύχημα στη Φουκουσίμα, δυο φωνές δημοσιογράφων και στρατευμένων περιβαλλοντιστών προειδοποιούν για τις επιπτώσεις στο κλίμα του πλανήτη από μια εγκατάλειψη αυτής της ενεργειακής τεχνολογίας.

«Αν εγκαταλείψουμε την πυρηνική ενέργεια, προετοιμαστείτε για ένα μέλλον καταστροφικής υπερθέρμανσης του πλανήτη, για τη διακύβευση της επιβίωσης του πολιτισμού και μεγάλου μέρους της βιόσφαιρας της Γης», γράφει στις σελίδες του «New Statesman», ο Μαρκ Λίνας, το βιβλίο του οποίου «Έξι βαθμοί Κελσίου: το μέλλον της ανθρωπότητας σε ένα θερμότερο πλανήτη», κυκλοφορεί, από το 2008, στη χώρα μας.

Μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση, από τις σελίδες του «Guardian», του Τζορτζ Μόνμπιοτ, το βιβλίο του οποίου «Heat: πώς να σώσουμε τον πλανήτη μας από το φαινόμενο του θερμοκηπίου» είναι, εδώ και τρία χρόνια, στη διάθεση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού. «Δεν θα εναντιωθώ, πλέον, στην ατομική ενέργεια, αν ληφθούν υπόψη τέσσερις προϋποθέσεις», γράφει ο Μόνμπιοτ και προσθέτει ως πέμπτη να μην επιλέγονται μη ασφαλείς, γεωλογικά, τοποθεσίες για την εγκατάσταση πυρηνικών σταθμών.

«Το κάρβουνο είναι ο πρωταρχικός μοχλός της ανθρωπογενούς αλλαγής του κλίματος. Αν δεν περιοριστεί η καύση του, μπορεί να σκοτώσει εκατομμύρια περισσότερους ανθρώπους από όσους έχουν μέχρι σήμερα σκοτώσει τα πυρηνικά εργοστάσια», επισημαίνει ο Μόνμπιοτ. Αν ακολουθήσουμε τη συμβουλή όσων υποστηρίζουν ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε όλα τα προγράμματα πυρηνικής ενέργειας, σε όλες τις χώρες, «θα αποκλείσουμε μια χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα πηγή ενέργειας, που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τη σοβαρότερη απειλή που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος», καταλήγει.

Η άμεση αντίδραση της Γερμανίας στο δυστύχημα στη Φουκουσίμα, δηλαδή να «κλείσει», για τρεις μήνες τουλάχιστον, επτά από τα παλαιότερα πυρηνικά εργοστάσια στη χώρα. Στην περίπτωση που όλες ή κάποιες από αυτές τις μονάδες δεν επαναλειτουργήσουν, οι γερμανικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα αυξηθούν, μέχρι το 2020, κατά 435 εκατομμύρια τόνους, λέει ο Στέφαν Βέχτερ της εταιρείας ερευνών Point Carbon. Από την πλευρά του, ο αναλυτής στην ιταλική Nomisma Energia Ματέο Ματσόνι εκτιμά ότι οι μονάδες οι οποίες καίνε κάρβουνο θα είναι ο πιθανότερος αντικαταστάτης αυτών των πυρηνικών εργοστασίων. «Το οποίο σημαίνει ότι θα έχουμε επιπλέον 8 έως 11 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα μέσα στους επόμενους μήνες», συμπληρώνει.

Πιο απειλητική φαντάζει η εκτίμηση της γαλλικής τράπεζας Societe Generale ότι αν το σύνολο των 34 χωρών-μελών του ΟΟΣΑ προχωρήσει σε «κλείσιμο» των πυρηνικών μονάδων τους και την αντικατάστασή τους με μονάδες που καίνε φυσικό αέριο, πριν εξελιχθεί η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, οι εκπομπές στον ΟΟΣΑ μπορεί να αυξηθούν κατά σχεδόν 1 δισεκατομμύριο τόνους διοξειδίου του άνθρακα το χρόνο.

Γιατί θα πρέπει το κενό στην ηλεκτροπαραγωγή που θα προκύψει με το «κλείσιμο» των πυρηνικών μονάδων να αντικατασταθεί από καύση κάρβουνου ή φυσικού αερίου; Γιατί όχι από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας;

Στην πιο ενεργοβόρα οικονομία του πλανήτη, ο Μάικλ Μπρούν, εκτελεστικός διευθυντής της Λέσχης Σιέρα, της μεγαλύτερης περιβαλλοντικής οργάνωσης στις ΗΠΑ, με πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, λέει ότι «καθώς απαλείφουμε σταδιακά το κάρβουνο και με πιο αργούς ρυθμούς απαλείφουμε σταδιακά την πυρηνική ενέργεια, όλο και πιο πολύ οι ανανεώσιμες θα καλύπτουν το κενό. Μας ενθαρρύνει η επιθετική επέκταση της ηλιακής και αιολικής ενέργειας». Στη δοκιμαζόμενη Ιαπωνία, η Αϊλίν Μιόκο Σμιθ, επικεφαλής της μη κυβερνητικής οργάνωσης Green Action, υποστηρίζει ότι «για να αντικαταστήσουμε την ηλεκτρική ενέργεια που χάσαμε με το κλείσιμο των πυρηνικών μονάδων, πρέπει να εξοικονομήσουμε ενέργεια, ακόμα πιο πολύ. Πρέπει να μεταφέρουμε στις ανανεώσιμες τις επιδοτήσεις που πηγαίνουν στην πυρηνική βιομηχανία». Για μείωση της ζήτησης, ενεργειακή αποδοτικότητα και εξοικονόμηση μίλησε η βουλευτής του κόμματος των Πράσινων στη Βρετανία, Κάρολαϊν Λούκας στη συζήτηση με τον Τζορτζ Μόνμπιοτ, που φιλοξένησε στις σελίδες του ο «Guardian».

Επιφυλάξεις εκφράζονται σχετικά με το ενδεχόμενο να καλυφθεί από τις ανανεώσιμες το κενό στην ηλεκτροπαραγωγή από την υποβάθμιση του ενδιαφέροντος στην πυρηνική τεχνολογία. «Αν θέλουμε να έχουμε, το 2050, μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, η μη χρήση πυρηνικής ενέργειας θα απαιτήσει τεράστια πρόσβαση σε ανανεώσιμη ενέργεια και δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει σε τέτοιες διαστάσεις», εκτιμά η αναλύτρια στην Deutsche Bank, Ιζαμπέλε Κούριεν. Η ομάδα δημοσιογράφων, γνωστή ως LEX, στη βρετανική εφημερίδα «Financial Times» σημειώνει ότι «υπάρχουν πρακτικά όρια στο πόσο γρήγορα μπορούν να αναπτυχθούν οι ανανεώσιμες».

«Στον αγώνα δρόμου μέχρι το 2050», οφείλουμε να συμπληρώσουμε. Επιπλέον, πολύ περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια χρειάζεται για να τροφοδοτήσει την άνοδο των αναπτυσσόμενων χωρών. Η σύνθεση του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος αποτελεί ζητούμενο και ο ρόλος της πυρηνικής τεχνολογίας σε αυτό είναι ασαφής. Αν όχι, επισφαλής.