Στο εντυπωσιακό εύρημα ότι η ελληνική γη φιλοξενεί εμφανή ίχνη από μετεωρίτη που προσέκρουσε στο έδαφός της πριν από περίπου 10.000 χρόνια οδηγήθηκαν οι επιστήμονες. Πρόκειται για δίδυμους κρατήρες, δύο λίμνες της Θεσσαλίας, οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν ότι προέκυψαν από ηφαιστειακή έκρηξη.

Το λιωμένο ζιρκόνιο που βρέθηκε στην περιοχή ήταν το κλειδί για την αποκάλυψη, αφού το εν λόγω μέταλλο τήκεται σε θερμοκρασίες πολύ υψηλότερες από αυτές που αναπτύσσονται στο ηφαιστειακό μάγμα.

Είναι η πρώτη φορά που στην Ελλάδα εντοπίζονται κρατήρες που σχηματίστηκαν από την πρόσπτωση μετεωριτών, ενώ όπως υπολογίζεται, οι συγκεκριμένοι είχαν μέγεθος μέχρι και 30 μέτρα...

Οπως εκτιμούν οι ειδικοί, πρόκειται για μια σπουδαία ανακάλυψη, δεδομένου ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη οι αντίστοιχες θέσεις δεν φτάνουν τις 40 σε αριθμό.

Οι ερευνητές Ευάγγελος Λάγιος -καθηγητής Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών- και Dietrich Volker -καθηγητής στο Ινστιτούτο Ορυκτολογίας και Πετρογραφίας του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης- είναι οι άνθρωποι που ξετύλιξαν το νήμα της σαγηνευτικής αυτής ιστορίας.

Οπως εξηγούν στο «Εθνος», παλαιότερα κυριαρχούσε η αντίληψη ότι οι λίμνες αυτές ήταν ηφαιστειογενούς προέλευσης.

Επειτα από μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη που περιελάμβανε γεωφυσικές έρευνες και εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων προέκυψε ότι οι εν λόγω λίμνες δεν προέρχονται από την έκρηξη ηφαιστείου, αλλά είναι κρατήρες που δημιουργήθηκαν από την πρόσκρουση μετεωρίτη στη Γη.

Η πρόσκρουση αποδίδεται χρονολογικά στην εποχή του Ολόκαινου και συγκεκριμένα εκτιμάται ότι έλαβε χώρα πριν από 12.500 έως 8.000 χρόνια.

Οι λίμνες βρίσκονται σε μια αγροτική περιοχή νοτιοδυτικά του Αλμυρού και έχουν κυκλικό σχήμα.

Η μικρότερη έχει διάμετρο 150 μέτρων και βάθος 6 μέτρων, ενώ η μεγαλύτερη έχει διάμετρο 250 μέτρων και βάθος περίπου 8.

Απέχουν περίπου 250 μέτρα η μία από την άλλη, σε μια περιοχή που φιλοξενούσε τον προϊστορικό οικισμό Μαγούλα - Ζερέλια, που κατοικούνταν από τη Μέση Νεολιθική Περίοδο μέχρι την Εποχή του Χαλκού.

Από τις διαστάσεις των κρατήρων εκτιμάται ότι το μέγεθος των μετεωριτικών θραυσμάτων θα πρέπει να κυμαινόταν από 10 έως 30 μέτρα.

Το μυστικό αποκαλύφθηκε, όπως εξηγεί ο κ. Λάγιος, από την εργαστηριακή μαρτυρία εύρεσης μερικώς τετηγμένου ζιρκονίου στα συλλεχθέντα πετρολογικά δείγματα.

«Για την τήξη του ζιρκονίου απαιτούνται θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 1400?1800 °C, οι οποίες όμως δεν απαντώνται σε διαδικασίες μαγματισμού και φαινόμενα μεταμόρφωσης στον γήινο φλοιό και τον ανώτερο μανδύα», λέει.

«Λεπτομερειακές πετρολογικές και ορυκτολογικές εργαστηριακές έρευνες ικανού αριθμού δειγμάτων διαφορετικών διαστάσεων και άλλων πετρωμάτων ενίσχυσαν την υπόθεση.

Μετά την ορυκτολογική έρευνα, οι γεωφυσικές διασκοπήσεις επιβεβαίωσαν ότι η εικόνα του εδάφους είναι απολύτως συμβατή με την άποψη περί πρόσκρουσης μετεωριτικών θραυσμάτων», προσθέτει.

Το επόμενο στάδιο της έρευνας, σύμφωνα με τον κ. Λάγιο, περιλαμβάνει τη λήψη δειγμάτων από το εσωτερικό των λιμνών, με σκοπό την ανεύρεση υπολειμμάτων από τον μετεωρίτη που έπεσε στη γη της Μαγνησίας πριν από χιλιάδες χρόνια...

Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

Η γεωφυσική και ορυκτολογική μελέτη των δίδυμων κρατήρων της Θεσσαλίας υποστηρίχθηκε οικονομικά από το Κοινωφελές Ιδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος που εκπονείται τα τέσσερα τελευταία χρόνια.

Στόχος του είναι η προώθηση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, των θετικών επιστημών και των επιστημών ζωής.

Συνολικά μέχρι σήμερα έχουν χρηματοδοτηθεί 65 μελέτες περίπου 300 ερευνητών, που προκρίθηκαν μεταξύ 2.650 προτάσεων.

Η δραστηριότητα του Ιδρύματος για την ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας στην Ελλάδα προσανατολίζεται κυρίως στις νεότερες ηλικιακά ομάδες και στα επιστημονικά πεδία που έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης, ενώ το ψηφιδωτό των επιστημονικών μελετών εμπλουτίζεται εντυπωσιακά χρόνο με τον χρόνο.






ΠΗΓΗ: Έθνος