Να ακολουθήσουν την πρακτική της ακαλλιέργειας, προτρέπει τους καλλιεργητές ελαιώνων, αμπελώνων και αμυγδαλεώνων, ο καθηγητής Εδαφολογίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κωνσταντίνος Κοσμάς, καθώς όπως επισήμανε η διαδικασία αυτή συμπιέζει σημαντικά το κόστος παραγωγής. Επίσης, σύμφωνα με τον καθηγητή, με τη συγκεκριμένη πρακτική βελτιώνονται οι φυσικές και χημικές ιδιότητες του εδάφους - χωρίς την επέμβαση ανθρώπινου παράγοντα - κι έτσι περιορίζεται δραστικά ο ρυθμός υποβάθμισης των εδαφικών και υδατικών πόρων.

Αυτό σημαίνει, ότι το «έδαφος, που δίνει ψωμί στους καλλιεργητές, δε θα σταματήσει να είναι γόνιμο», πρόσθεσε ο κ. Κοσμάς, που είναι και εισηγητής στο 6ο Διεθνές Συνέδριο ESSC (European Society for Soil Conservation), οι εργασίες του οποίου διεξάγονται στη Θεσσαλονίκη, με τίτλο «Καινοτόμες Στρατηγικές και Πολιτικές για τη Συντήρηση των Εδαφών».

Όπως είπε, με την πρακτική της ακαλλιέργειας, οι παραγωγοί πρέπει να πραγματοποιούν μια ελαφρά αναμόχλευση του εδάφους, μόνο μία φορά στα τέσσερα χρόνια, ώστε να ενσωματωθούν σ’ αυτό λιπάσματα και φυτικά υπολείμματα. Προέτρεψε δε τους καλλιεργητές ελαιώνων, αμπελώνων και αμυγδαλεώνων να αφήνουν τα ζιζάνια να δρουν… ανενόχλητα στις σοδειές τους.

Ως παράδειγμα ανέφερε την οξαλίδα (ή ξυνίδα), η οποία - όπως είπε - σε αρκετές περιπτώσεις έχει θετικό ρόλο στο οικοσύστημα του ελαιώνα. Έχει διαπιστωθεί πως το ζιζάνιο αυτό προστατεύει τα επικλινή εδάφη από τη διάβρωση, καθώς δημιουργεί κατά τη διάρκεια των χειμερινών βροχοπτώσεων έναν πυκνό χλοοτάπητα. Μετά το τέλος του χειμώνα, μάλιστα, όταν σταματούν οι βροχές, η οξαλίδα, σταδιακά ξεραίνεται, παύοντας έτσι να «ανταγωνίζεται» με τα ελαιόδεντρα για την απορρόφηση της υγρασίας από το έδαφος.

Ο καθηγητής ανέφερε ακόμη ότι την πρακτική ακαλλιέργειας ακολουθούν κυρίως καλλιεργητές ελαιώνων στη δυτική Κρήτη και την Πελοπόννησο, ενώ στη Χαλκιδική εφαρμόζεται η πρακτική της χημικής ζιζανιοκτονίας. Πρόσθεσε ακόμη πως, πέραν της ακαλλιέργειας, τα κυριότερα συστήματα διαχείρισης του εδάφους είναι η συνεχής καλλιέργεια, η χορτοκοπή, η βόσκηση, η φυτοκάλυψη με χορτοδοτικά φυτά, καθώς και ο συνδυασμός καλλιεργητικών τεχνικών.

  
Τα συμπεράσματα επιστημονικής έρευνας

Ομάδα ερευνητών, υπό το γεωπόνο και υποψήφιο διδάκτορα του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Ορέστη Καΐρη, πραγματοποίησε επί δύο χρόνια έρευνες στο νομό Ηρακλείου της Κρήτης, με στόχο να αξιολογήσει τις τοπικές πρακτικές καλλιέργειας των ελαιώνων, που είναι η ακαλλιέργεια, η άροση και η ζιζανιοκτονία.

Σύμφωνα με τον κ. Καΐρη, οι έρευνες έδειξαν πως στις περιοχές όπου γινόταν άροση, το έδαφος κινδύνευε από δύο είδη διάβρωσης: την επιφανειακή υδατική και εκείνη που προκαλείται από τα γεωργικά μηχανήματα. Σε ό,τι αφορά σ’ εκείνα όπου γίνεται ζιζανιοκτονία, διαπιστώθηκε πως ήταν επιβαρυμένα από χημικές ουσίες. Στον αντίποδα, η πρακτική της ακαλλιέργειας βελτίωσε - όπως είπε - αρκετές φυσικές ιδιότητες του εδάφους και, ταυτόχρονα, μείωσε το κόστος παραγωγής.

«Τα εδάφη που υπόκεινται σε μηχανική άροση, καθίστανται και εξαιρετικά ευαίσθητα στην υποβάθμιση και την ερημοποίηση», ανέφερε ο κ. Καϊρης και πρόσθεσε: «Δυστυχώς, διαπιστώθηκε ότι οι περισσότεροι παραγωγοί οργώνουν τα χωράφια τους κατά πως τους βολεύει, δηλαδή με τη φορά του αγροτεμαχίου προς τα κάτω και όχι όπως πρέπει, δηλαδή οριζόντια, με αποτέλεσμα να στερούν οι ίδιοι από το έδαφός τους χρόνια ζωής σε γονιμότητα».