Ευρωπαϊκή πρωτιά κατόρθωσε να εξασφαλίσει η χώρα μας, αφού με το πρόγραμμα ECOPEST, που πραγματοποιείται πιλοτικά στην περιοχή Χαιρωνείας στη Βοιωτία, θα δώσει στη Γηραιά Ήπειρο τα πρώτα αποτελέσματα σχετικά με τη χρήση αγροχημικών κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας, τόνισε ο αναπληρωτής ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας, Ινστιτούτο Εγγείων Βελτιώσεων στη Θεσσαλονίκη, Ανδρέας Παναγόπουλους. Στόχος του προγράμματος, όπως εξήγησε στο περιθώριο του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου ESSC (European Society for Soil Conservation), είναι να αναπτυχθεί μια μεθοδολογία που θα καλύψει το νομοθετικό κενό που υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την ορθή χρήση των αγροχημικών στην γεωργία. Υπάρχει μεν σαφής και αυστηρότατη νομοθεσία για το πριν και το μετά την εφαρμογή των αγροχημικών στις καλλιέργειες, αλλά κανείς στην Ευρώπη δεν έχει διαπιστώσει τι γίνεται κατά τη διάρκειά της.

 Το πρόγραμμα ECOPEST, αφορά στον στρατηγικό σχεδιασμό για την προσαρμογή και εφαρμογή των αρχών της ορθολογικής χρήσης γεωργικών φαρμάκων σε ένα ευάλωτο οικοσύστημα. Ξεκίνησε στη χώρα μας αποκλειστικά πριν από δυόμισι χρόνια και ολοκληρώνεται τον Μάρτιο του 2012. Σε αυτό συμμετέχουν ερευνητικοί φορείς της χώρας μας, όπως μεταξύ άλλων το ΕΘΙΑΓΕ και η εταιρία Αειφορική, αλλά και ομάδες παραγωγών, όπου και εφαρμόζεται πιλοτικά το πρόγραμμα. Επιπλέον συμμετέχουν γεωπόνοι και γεωτεχνικοί- που συμβουλεύουν τους παραγωγούς, προμηθεύοντάς τους με τα αγροχημικά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν- και συντονιστής του προγράμματος ECOPEST είναι το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο.

Η έκταση που βρίσκεται κάτω από το μικροσκόπιο των ερευνητών είναι περί τα 15.000 στρέμματα και οι βασικές καλλιέργειες αφορούν σε καλαμπόκι, βιομηχανική ντομάτα και βαμβάκι. Αυτές άλλωστε οι καλλιέργειες αποτελούν και τις τρεις βασικότερες στην περιοχή, και έχουν σημασία κοινωνικοοικονομική, αλλά και περιβαλλοντική, καθώς δέχονται αρκετές εφαρμογές λιπασμάτων και αγροχημικών. Το ύψος του προγράμματος είναι 2,5 εκατ. ευρώ και χρηματοδοτείται κατά 50% από την ΕΕ και το υπόλοιπο ποσοστό είναι ίδια συμμετοχή της χώρας και συγκεκριμένα των ερευνητικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν σε αυτό.

Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά τα πρώτα αποτελέσματα

Με την έναρξη της πιλοτικής εφαρμογής του προγράμματος, έγινε καταγραφή της κατάστασης από πλευράς επιβάρυνσης του περιβάλλοντος, που ήταν αρκετά εκτεταμένη, καθώς διαπιστώθηκε υπερβολική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Σήμερα όμως, όπως εξήγησε ο κ. Παναγόπουλος, η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά.

«Διατηρώντας στο ακέραιο την παραγωγή/αποδόσεις των καλλιεργητών και άρα το εισόδημά τους έχουμε μειώσει αρκετά σημαντικά τα εφαρμοζόμενα λιπάσματα, την ποσότητα του νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση και κυρίως την ποσότητα των αγροχημικών που ρίχνονται πάνω στις καλλιέργειες», εξήγησε. Ναι μεν στόχος είναι η προστασία του περιβάλλοντος, «αλλά ταυτόχρονα ο τρόπος που γίνεται η εφαρμογή των αγροχημικών περιορίζει σημαντικά το κόστος παραγωγής για τον παραγωγό, αφήνοντάς του έτσι στην τσέπη υψηλότερο εισόδημα», υπογράμμισε.

Σημαντικό είναι δε ότι με τη βελτίωση των πρακτικών εφαρμογής των φαρμάκων με τους ψεκασμούς, τα αγροχημικά που χρησιμοποιούνται «πέφτουν μόνο εκεί που πρέπει και δεν διασπείρονται με νέφη στον αέρα». Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της προσπάθειας που γίνεται είναι κατά τον κ. Παναγόπουλο, ότι τελικά και οι ίδιοι οι παραγωγοί φαίνεται ότι πραγματικά «διψούν» για καθοδήγηση και αλλάζουν σχετικά εύκολα νοοτροπία, αφού με δεδομένο ότι «κανένας δεν έχει χασούρα από αυτήν την δουλειά που γίνεται με το πρόγραμμα, οι παραγωγοί εξελίσσονται σε «πράσινους» επιχειρηματίες, που ναι μεν κοπιάζουν για το εισόδημα, αλλά με την ίδια ένταση δουλειάς, πετυχαίνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα τόσο για την τσέπη τους, όσο και για το περιβάλλον».

Ερωτηθείς γιατί τόσα χρόνια δεν εφαρμοζόταν αυτή η πρακτική σε όλη την Ελλάδα, ο κ. Παναγόπουλος επεσήμανε ότι «δυστυχώς ο γεωτεχνικοί θεωρούνται ως... είδος πολυτελείας για τους παραγωγούς, οι οποίοι θα πρέπει να τους συμβουλεύονται σχετικά με το πώς γίνεται η καλλιέργεια και η χρήση αγροχημικών, πότε και πώς θα ποτίσουν και θα λιπάνουν, πόσο και τι φάρμακα θα ρίξουν». Η διαδικασία της παραγωγής, από την αρχή μέχρι το τέλος της πρέπει να είναι αποτέλεσμα συντονισμένης ενέργειας και συμβουλών του γεωτεχνικού προς τον παραγωγό, με την καθοδήγηση την επιστημονική, πάνω σε νέες μεθοδολογίες. «Ποτέ δεν έγινε μέχρι τώρα», υπογράμμισε.

 Πάντως, η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος ECOPEST, έφερε στο φως και ένα άλλο πολύ σημαντικό εύρημα, ότι «για όλα τα κακά που συμβαίνουν στα εδάφη και στο περιβάλλον, δεν φταίνε πάντα οι παραγωγοί», επεσήμανε. Υπάρχουν ευρήματα που μαρτυρούν ότι κάποια από τα φαινόμενα επιβάρυνσης των υπόγειων και επιφανειακών νερών με βαρέα μέταλλα στην περιοχή, δεν είναι αποτέλεσμα κακής πρακτικής, αλλά οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη γεωλογική δομή της, όπως εξήγησε.