Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτεί συλλογική δράση

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτεί συλλογική δράση

Υπάρχει έστω και μία σημαντική πιθανότητα οι πολιτικές ενέργειες να εξαλείψουν τον κίνδυνο μιας κλιματικής καταστροφής; Η απάντηση είναι όχι.

Αυτό ισχύει, ακόμα κι αν οι ηγέτες της ομάδας των επτά μεγαλύτερων οικονομιών λένε ότι υποστηρίζουν τη μείωση των εκπομπών από 40-70% μέχρι το 2050. Και ισχύει, ακόμα κι αν ένα κεντρικό παγκόσμιο συνέδριο στο Παρίσι στο τέλος του χρόνου αποσκοπεί στην επίτευξη μιας οικουμενικής καινομικά δεσμευτικής συμφωνίας, που θα μας επιτρέψει να «αντιμετωπίσουμε την παγκόσμια κλιματική αλλαγή αποτελεσματικά» και να ενισχύσουμε την μετάβαση προς «ευέλικτες οικονομίες και κοινωνίες με χαμηλή κατανάλωση άνθρακα».

Γιατί θα έπρεπε να είμαστε επιφυλακτικοί; Η απάντηση είναι: γιατί έχουμε ακούσει παρόμοιες δεσμεύσεις για περίπου ένα τέταρτο του αιώνα. Και παρ' όλα αυτά το μόνο που έχουμε δει είναι αύξηση των εκπομπών και του ποσοστού των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα.

Ακόμα κι αν οι κυβερνήσεις είχαν εκπληρώσει τις υπάρχουσες δεσμεύσεις (κάτι που είναι αμφίβολο), η ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις του διοξειδίου του άνθρακα θα είχαν αυξηθεί στις 700 μονάδες ανά εκατομμύριο (ppm) μέχρι το τέλος του αιώνα, σε σύγκριση με το 280 ppm πριν από τη βιομηχανική επανάσταση και τα 400ppm που έχουμε τώρα.

Με 700 ppm, η μέση αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας θα είναι στους 3,5 βαθμούς Κελσίου. Το να μείνουν οι εκπομπές σε μια πορεία που θα επέτρεπε τον περιορισμό της μέσης αύξησης στο προτεινόμενο 2C – και μετά το να διατηρηθούν – θα χρειαζόταν μια επανάσταση.

Το «Κλιματικό Σοκ» (Climate Shock), ένα καινούριο βιβλίο των Gernot Wagner από το Ταμείο Περιβαλλοντολογικής Άμυνας και Martin Weitzman από το Πανεπιστήμιο του Harvard, εξηγεί γιατί οι ενέργειες αυτές είναι τόσο δύσκολες και τόσο σημαντικές. Η πρόκληση είναι «κατά έναν σχεδόν μοναδικό τρόποπαγκόσμια και μακροπρόθεσμη, κατά μοναδικό τρόπο μη αναστρέψιμη και αβέβαιη». Η μεγάλη συνεισφορά αυτού του βιβλίου έγκειται στο τελευταίο σημείο: την αβεβαιότητα. Η κλιματική αλλαγή είναι έναπρόβλημα ασφάλισης. Γι' αυτό και δεν είναι τα μέσα αποτελέσματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία, αλλά οι «αποκλίνουσες τιμές», οι ακραίες τιμές στην πιθανή κατανομή της θερμοκρασίας.

Όσο οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου ανεβαίνουν, σύμφωνα με τους επιστήμονες, τόσο θα ανεβαίνουν και οι αναμενόμενες θερμοκρασίες και, ιδίως, η πιθανότητα πιο ακραίων αποτελεσμάτων.

Στα 400ppm οι πιθανότητες μιας αύξησης στους 6C είναι σχεδόν στο μηδέν. Στα 550ppm οι πιθανότητες είναι μόλις 3%. Αλλά στα 700 ppm μπορεί να ξεπεράσουν τη μία στις δέκα. Ο υπολογισμός αυτός είναι ο ίδιος αβέβαιος, όπως και τα πιθανά οικονομικά κόστη. Αλλά, έτσι όπως πάμε τώρα, έχουμε σημαντικές πιθανότητες να μεταμορφώσουμε τον κόσμο σε κάτι που δεν έχει υπάρξει για εκατομμύρια χρόνια, με αβέβαιες, αλλά δυνητικά καταστροφικές συνέπειες.

Εάν είχες 10% πιθανότητα να χάσεις την περισσότερη από την περιουσία σου, θα κρατούσες αυτό το χαρτοφυλάκιο; Για την συντριπτική πλειοψηφία, η απάντηση θα ήταν ένα ηχηρό «όχι». Θα εξασφαλιζόσουνα έναντι μιας τέτοιας καταστροφής. Δεν μπορούμε βέβαια να ασφαλιστούμε στους κατοίκους του Άρη για το ενδεχόμενο να καταστρέψουμε το πλανητικό μας σπίτι. Μπορούμε όμως να μειώσουμε το ρίσκο.

Η κλιματική αβεβαιότητα σχετίζεται με το μέλλον. Αυτό κάνει την προεξόφληση αναπόφευκτη, προκειμένου να σχετιστούν τα κόστη και τα οφέλη σε βάθος χρόνου. Άρα τι προεξοφλητικό επιτόκιο θα πρέπει να εφαρμοστεί; Εδώ το Climate Shock θίγει ένα σημαντικό σημείο: Δεν γνωρίζουμε. Συμπληρώνει όμως, ότι η αβεβαιότητα σημαίνει ότι το σωστό επιτόκιο μπορεί να είναι πολύ χαμηλό.

Συμβατικά, το πραγματικό προεξοφλητικό επιτόκιο έχει τεθεί μεταξύ 3 και 4 %. Ο Lord Stern σε μια ριζοσπαστική έρευνα για την υπερθέρμανση του πλανήτη που έκανε για την βρετανική κυβέρνηση έθεσε το ποσοστό αυτό στο αμφιλεγόμενο 1,4%. Οι υψηλότερες τιμές βασίζονται σε υποθέσεις για το κόστος ευκαιρίας του κεφαλαίου. Η χαμηλότερη βασίζεται σε υποθέσεις για την αξία μελλοντικών ζωών (αν υποτεθεί, όπως και πρέπει να γίνει, ότι έχουν την ίδια αξία με τις δικές μας).

Ποια είναι λοιπόν η σωστή προσέγγιση; Η απάντηση είναι: καμία. Και οι δύο είναι πολύ ακριβείς. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι «το βασικό κίνητρο για χαμηλά προεξοφλητικά επιτόκια είναι η αβεβαιότητα για το ίδιο το σωστό προεξοφλητικό επιτόκιο». Ένας λόγος είναι η αβεβαιότητα για το μέλλον, άσχετα με την κλιματική αλλαγή: δεν μπορούμε να ξέρουμε την απόδοση του κεφαλαίου μετά από έναν αιώνα.Επιπλέον, το ποσοστό της έκπτωσης δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο από το ρίσκο μιας καταστροφικής κλιματικής αλλαγής.Πιθανόν, οι επόμενες γενιές δε θα είναι πολύ πλουσιότερες από εμάς, ακριβώς για αυτόν το λόγο. 

Κάτι πολύ σημαντικό, σημειώνουν, είναι ότι αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι αγοράζουν ομόλογα που δεν αποδίδουν κανένα επιτόκιο σε πραγματικές τιμές. Το κάνουν επειδή επιθυμούν προστασία έναντι καταστροφικών καταστάσεων σε έναν πολύ αβέβαιο κόσμο – ίσως μία οικονομική κατάρρευση χειρότερη από το 2008. Πράγματι, τώρα καταλαβαίνουμε ότι αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το παζλ του premium στο ρίσκο των μετοχών – το γεγονός ότι η αναμενόμενη απόδοση από μετοχές είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή των σίγουρων ομολόγων.

Εάν λοιπόν οι άνθρωποι αποδέχονται πολύ μικρές αποδόσεις ως τίμημα για να εξασφαλιστούν έναντι μιας καταστροφής, τότε θα έπρεπε αυτό να εφαρμόζεται και στο κλίμα. Έτσι, καταλήγουν οι συγγραφείς, το σωστό προεξοφλητικό επιτόκιο στα πρότζεκτ που θα πρέπει να εξαλείψουν τους ακραίους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να είναι πολύ χαμηλό, ακόμα και αρνητικό.

Το να θέσει κανείς την πρόκληση της κλιματικής αλλαγής ως ασφαλιστικό ζήτημα έναντι καταστροφής είναι θεωρητικά γόνιμο. Και δίνει τη σωστή απάντηση σε όσους παραμένουν επιφυλακτικοί. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ξέρουμε στα σίγουρα. Το ερώτημα είναι πόσο σίγουροι είμαστε ή μπορούμε να είμαστε ότι δε θα συμβεί τίποτα κακό. Εάν κοιτάξουμε την επιστήμη, η οποία είναι πολύ καλά τεκμηριωμένη σε αυτό το θέμα, είναι αδύνατο να πούμε πως ξέρουμε ότι το ρίσκο είναι χαμηλό. Εάν λοιπόν είναι έτσι, το να αναλάβουμε δράση είναι λογικό. Είναι ο σωστός τρόπος να απαντήσουμε στη φύση και στην έκταση των δυνητικά αρνητικών εξελίξεων.

Οι συγγραφείς τέλος πρότειναν ότι το ελάχιστο που θα πρέπει να κάνουμε είναι να επιβάλουμε μία παγκόσμια τιμή για εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στα $40 τον τόνο (πολύ πιο πάνω ακόμα και από το σύστημα εμπορίου εκπομπών της Ε.Ε.). Τώρα όμως, το πραγματικό κόστος που επιβάλλεται στις εκπομπές είναι πιο κοντά στο -15$ τον τόνο, λόγω των τεράστιων επιδοτήσεων στις ορυκτές πηγές ενέργειας που φτάνουν τα $550 δισ. το χρόνο.

Μέχρι τώρα, όλα τα συνέδρια για το κλίμα ήταν σχεδόν σεξπηρικά – ιστορίες του τύπου ένας «ανόητος όλο ήχους και οργή που δε λέει τίποτα». Θα μπορούσε λοιπόν να αλλάξει κάτι πραγματικά στην ως τώρα πορεία μας; Είναι όλο και πιο φανερό ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι τεχνολογική.

Η ανθρωπότητα είναι απρόθυμη ή απλώς ανίκανη να ξεπεράσει τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά εμπόδια για να αναλάβει συλλογική δράση. Το κόστος για τις σημερινές γενιές μοιάζει να είναι πολύ τρομακτικό. Άρα το κόστος αυτό θα πρέπει να πέσει.

Πηγή: Financial Times

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο