Σε μία από της πλέον επικερδείς βιομηχανίες εξελίσσεται η ανακύκλωση, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ η Ελλάδα «φιγουράρει» στις τελευταίες θέσεις. «Τρίτη σε τζίρο σε παγκόσμια κλίμακα έρχεται η βιομηχανία της ανακύκλωσης, δεν έχει επηρεαστεί από την οικονομική κρίση και βρίσκεται σε διαρκή άνοδο. Για την Ελλάδα η ανακύκλωση είναι επιτακτική ανάγκη», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο προϊστάμενος του γραφείου Εναλλακτικής Διαχείρισης, Συσκευασιών και Άλλων Προϊόντων (ΕΟΕΣΔΑΠ), Αδαμάντιος Σκορδίλης. Προσθέτει ότι «η ανακύκλωση είναι από τις πιο κερδοφόρες βιομηχανίες. Κατατάσσεται τρίτη μετά τα πετρέλαια και τα όπλα και ξεπέρασε και τις φαρμακοβιομηχανίες. Στην Ελλάδα είναι απαραίτητη επειδή δεν έχουμε πρώτες ύλες για τα πλαστικά (πετρέλαιο), το χαρτί (χαρτομάζα), το γυαλί και το μέταλλο (εκτός του βωξίτη). Επίσης με την ανακύκλωση εξοικονομούνται ετησίως 350.000 κυβικά σε διοξείδιο του άνθρακα».

Σήμερα, καλούμαστε να διαχειριστούμε τα σκουπίδια και η μόνη ενδεδειγμένη λύση, μιας και η παραγωγή νέων προϊόντων δεν σταματάει, είναι η ανακύκλωση.

Παλαιότερα, πριν την αστικοποίηση και τη βιομηχανοποίηση, οι όποιες συσκευασίες υπήρχαν επαναχρησιμοποιούνταν και τα απορρίμματα τροφίμων γίνονταν τροφή για τα ζώα ή λίπασμα. Η βιομηχανική εποχή έφερε μαζί με τις ευκολίες στην καθημερινότητα τόνους σκουπιδιών, γεγονός που σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μείζονα και δυσεπίλυτα προβλήματα.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Eurostat για τη διαχείριση των απορριμμάτων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2009, ο μέσος κάτοικος της ΕΕ παράγει 513 κιλά σκουπίδια ετησίως. Στην Ελλάδα, ο αντίστοιχος αριθμός είναι 478 κιλά. Η Δανία με 833 κιλά, η Κύπρος με 778 και η Ιρλανδία με 742 καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις και η Τσεχία με την Πολωνία με 316 κιλά τις τελευταίες.

Στην ΕΕ ανακυκλώνεται κατά μέσο όρο το 24% των αστικών στερεών αποβλήτων. Στην Ελλάδα το 82% οδηγείται στις χωματερές, ανακυκλώνεται το 17% και μόνο το 2% κομποστοποιείται. Πρωταθλήτριες στην ανακύκλωση και την κομποστοποίηση εμφανίζονται η Αυστρία (70%), η Γερμανία (66%), η Ολλανδία (60%) και το Βέλγιο (58%). Στον αντίποδα βρίσκουμε τη Βουλγαρία που στέλνει όλα τα απορρίμματα στις χωματερές και δεν πραγματοποιεί καμία ανακύκλωση, τη Ρουμανία με 99% στις χωματερές και 1% ανακύκλωση και τη Μάλτα, Λιθουανία, Τσεχία και Σλοβακία με ποσοστό ανακύκλωσης κάτω του 4%.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή οδηγία θέτει συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους για το σύνολο των ανακυκλώσιμων (χαρτί, μέταλλα, γυαλί, πλαστικά) οι οποίοι είναι 50% ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή, γι' αυτά τα υλικά, μέχρι το 2020. Για τα οργανικά προβλέπει υποχρεωτικά και γι' αυτά διαλογή στην πηγή.

Όπως φαίνεται από τα δεδομένα της Eurostat, η ανακύκλωση και η κομποστοποίηση στην Ελλάδα υπολείπονται πολύ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. «Η ανακύκλωση τα τελευταία χρόνια έχει κάνει άλματα, αλλά κάθε τόσο οι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξάνονται και είναι πολύ δύσκολο για την Ελλάδα να τους ακολουθήσει. Είναι πιο εύκολο να πας από το μηδέν στο είκοσι παρά από το είκοσι στο σαράντα» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διευθύντρια της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης, Αντιγόνη Δαλαμάγκα.

Η προϊσταμένη του γραφείου Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών και Άλλων Αποβλήτων Αναστασία Αρφανάκου εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τη διαδικασία ανακύκλωσης: «Όλα τα είδη μεταφέρονται από τους δήμους σε Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ). Εκεί, στις μονάδες επεξεργασίας, διαχωρίζονται ανά είδος υλικού, είτε χειρωνακτικά από εργάτες, είτε μηχανικά με ηλεκτρομαγνήτες, κόσκινα και άλλα. Μετά προωθούνται σε αντίστοιχες μονάδες ανακύκλωσης σε χαρτοβιομηχανίες, πλαστικοβιομηχανίες, χαλυβουργίες κλπ. Κάποιος αριθμός εξάγεται και στο εξωτερικό».

Σε ό,τι αφορά απλές μπαταρίες, συσσωρευτές (μπαταρίες) οχημάτων και βιομηχανιών, λιπαντικά έλαια, οχήματα τέλους κύκλου ζωής (ΟΤΚΖ), ελαστικά, απόβλητα εκσκαφών και κατεδαφίσεων (μπάζα), διευκρινίζει ότι « αυτά υπόκεινται στο ν 2939/2001, στον οποίο αναφέρεται πως ο παραγωγός ή εισαγωγέας έχει την ευθύνη να οργανώνει ατομικό σύστημα διαχείρισης συσκευασιών ή αποβλήτων συσκευασίας ή να συμμετέχει σε κάποιο συλλογικό».

Στην Ελλάδα λειτουργούν 11 συλλογικά συστήματα και ένα ατομικό: Το Σύστημα Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών ΣΣΕΔ-ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ, με το δίκτυο των «μπλε κάδων», το ΚΕΠΕΔ ΑΕ για τα ορυκτέλαια, η ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΑΕ για πλαστικά, μεταλλικά, γυάλινες συσκευασίες και χαρτί-χαρτόνι, η ΕΔΟΕ για τα ΟΚΤΖ, η ECO-ELASTIKA για τα μεταχειρισμένα λάστιχα αυτοκινήτων, η (ΑΛΕ) ΕΛΤΕΠΕ ΑΕ για τα απόβλητα λιπαντικών ελαίων, η ΑΦΗΣ ΑΕ για τις οικιακές μπαταρίες, το ΣΥΔΕΣΥΣ για τις μπαταρίες οχημάτων και βιομηχανίας, η «Ανακύκλωση Συσκευών ΑΕ», για απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού και η «Φωτοκύκλωση ΑΕ» για τα φωτιστικά είδη και τους λαμπτήρες. Ατομικό σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης συσκευασιών εφαρμόζει μόνο η εταιρεία ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ.

Ο κ. Σκορδίλης τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ότι «ενώ η ανακύκλωση προχωράει και ο κόσμος ανταποκρίνεται τα συστήματα έχουν προβλήματα οργάνωσης, δεν συνεργάζονται με την τοπική αυτοδιοίκηση, δεν υπάρχει ενημέρωση, λειτουργούν παράνομα κυκλώματα και άλλα. Επεξεργαζόμαστε αλλαγές στους όρους των εγκριτικών αποφάσεων των συστημάτων για ποιοτικότερα και αποδοτικότερα αποτελέσματα».

Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται μόνο ουραγός στην κομποστοποίηση, αλλά και αυτή η ελάχιστη που κάνει δεν γίνεται σωστά με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιείται για λίπασμα παρά για επίστρωση στις χωματερές.

Ο προϊστάμενος της Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων, Γιάννης Μαχαίρας επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «περιμένουμε τη μελέτη του υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, για τη διαχείριση των βιοαποβλήτων. Θα είναι έτοιμη σε τρεις με τέσσερις μήνες».

Παράλληλα εξηγεί ότι στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα εργοστάσια επεξεργασίας οικιακών τροφίμων στα Άνω Λιόσια, στα Χανιά, στο Ηράκλειο και στην Κεφαλονιά. Όπως λέει «ο ΧΥΤΑ Άνω Λιοσίων δέχεται 1.200 τόνους απόβλητα την ημέρα. Από αυτά το 45% είναι τρόφιμα. Ένα μέρος γίνεται κομπόστ, άλλο RDF (δευτερογενές στερεό καύσιμο)».

Στο Ηράκλειο, επισημαίνει, εφαρμόζεται βιολογική ξήρανση (βιοξήρανση), μέθοδος που διαχωρίζει ανόργανα και οργανικά απόβλητα και παράγει, από τα οργανικά, SDF, που είναι δευτερογενές καύσιμο.

Όπως διευκρινίζει, «το SDF, το θάβουμε με τη μέθοδο της υγειονομικής ταφής, ενώ θα έπρεπε να καίγεται και να αντικαταστήσει ορυκτά καύσιμα», ενώ αναφορικά με την κομποστοποίηση επισημαίνει ότι το παραγόμενο προϊόν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λίπασμα, καθώς είναι «βρώμικο», γιατί δεν περιέχει μόνο τρόφιμα και κλαδέματα, αλλά και άλλα οικιακά απόβλητα, τα οποία δεν ενδείκνυνται για κομποστοποίηση, μ’ αποτέλεσμα όπως λέει «να χρησιμοποιείται για μηχανική επικάλυψη των σκουπιδιών, ως σκέπασμα για το ΧΥΤΑ».

Πηγές του ΥΠΕΚΑ αναφέρουν ότι «δεν γίνεται κάτι ιδιαίτερο με τα τρόφιμα, αν και θα είμαστε αναγκασμένοι λόγω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Πραγματοποιείται μόνο ατομική κομποστοποίηση, δηλαδή οικιακή, που υπολογίζεται σε 10.000 τόνους ετησίως. Πολλά λεφτά δαπανώνται για το τίποτα, ενώ μπορούσαμε να κερδίζουμε ενέργεια».

Πέρα όμως από τα ανεκμετάλλευτα απορρίμματα που θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδος, ζητούμενο παραμένει η μείωση των συσκευασιών, η επαναχρησιμοποίηση των παλιών, καθώς και αλλαγή της νοοτροπίας των πολιτών που τους θέλει απλώς καταναλωτές.

Στην «Κοινή Πρόταση Στρατηγικού Σχεδιασμού Διαχείρισης Απορριμμάτων στην Αττική» που κατέθεσαν τέσσερις οικολογικές οργανώσεις: η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης, η Greenpeace, η Μεσόγειος SOS και η WWF εκτός από τον άξονα επαναχρησιμοποίηση - κομποστοποίηση - ανακύκλωση, πρωταρχική έμφαση δίνεται και στην πρόληψη με νομοθετικές παρεμβάσεις από την πολιτεία «για τη μείωση της αχρείαστης συσκευασίας σε διάφορα καταναλωτικά αγαθά, η επανεξέταση του συνολικού παραγωγικού μοντέλου προϊόντων, καθώς και η υιοθέτηση από τους πολίτες φιλοπεριβαλλοντικών τρόπων συμπεριφοράς και αγορών».