Νομοθετική πρωτοβουλία για επιτάχυνση των επενδύσεων σε θαλάσσια αιολικά πάρκα και εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας ανήγγειλε ο υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλώντας σε εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών για την παρουσίαση της μελέτης «Μακροχρόνιες Ενεργειακές Προοπτικές: Οι Προκλήσεις για τον Ενεργειακό Τομέα στην Ελλάδα με ορίζοντα το 2050».

Ο κ. Παπακωνσταντίνου ανήγγειλε επίσης ότι μετά τον Αύγουστο θα δημοσιοποιηθεί η πρόταση της κυβέρνησης για το μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό, που θα τεθεί σε διάλογο με τους φορείς της αγοράς. Ο υπουργός ΠΕΚΑ επανέλαβε ότι τις επόμενες εβδομάδες θα κλείσει η διαπραγμάτευση με την Κομισιόν για την πρόσβαση τρίτων στα λιγνιτικά αποθέματα καθώς και ότι στις επιλογές που εξετάζονται, που συνδέονται και με την αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ, είναι η πώληση μονάδων ή θυγατρικών.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου παρουσίασε επίσης τις βασικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για την ενέργεια που ψηφίστηκε σήμερα επί της αρχής στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, και περιλαμβάνουν ενδυνάμωση του ρόλου της ΡΑΕ, προστασία των ευάλωτων καταναλωτών, απελευθέρωση των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού.

Από την πλευρά του ΙΟΒΕ και των επιχειρήσεων τονίστηκε ότι εκείνο που προέχει σήμερα είναι η αποτροπή της χρεοκοπίας και ότι η ενεργειακή πολιτική όπως και η πολιτική μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να προσαρμοστούν στα δεδομένα της κρίσης. Ο υπουργός ΠΕΚΑ σημείωσε πάντως ότι «ενώ πολλοί θα έλεγαν πως σε περίοδο κρίσης ασκήσεις για τον ενεργειακό σχεδιασμό δεν έχουν νόημα, εγώ θα έλεγα ότι σε περίοδο κρίσης οι ώριμες κοινωνίες προετοιμάζουν το μέλλον τους».

Στην παρέμβασή του ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Γιάννης Στουρνάρας επεσήμανε ότι κάθε προσπάθεια - ενεργειακού ή άλλου - σχεδιασμού στη χώρα μας, αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια, τα οποία αποτρέπουν την εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών και καθιστούν εκ προοιμίου δυσεπίτευκτους τους στόχους.

Ο αντιπρόεδρος του ΙΟΒΕ κ. Ρ. Μωυσής υπογράμμισε ότι στην παρούσα συγκυρία «υπέρτατος στόχος θα πρέπει να είναι η αποτροπή της χρεοκοπίας μπροστά στο ενδεχόμενο της οποίας όλοι οι άλλοι στόχοι, περιβαλλοντολογικοί, συμβατικοί ή πολιτικοί, πρέπει να θεωρηθούν δευτερεύοντες».

«Η προοπτική της Ελληνικής Οικονομίας έχει γίνει το μεγάλο αίνιγμα για τους πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές όλης της γης οι δε προβλέψεις καλύπτουν όλο το φάσμα, από τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση μέχρι την αλματώδη ανάπτυξη», τόνισε ο κ. Μωϋσής. «Την πρώτη άποψη φαίνεται να συμμερίζονται κυρίως οι Διεθνείς Οίκοι Αξιολόγησης Οικονομικών Κινδύνων ενώ την δεύτερη υποστηρίζουν με λόγους και έργα τα επίσημα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Είναι γνωστό ότι τη δεύτερη και πιστεύω πιο φωτισμένη άποψη, υποστηρίζει και τεκμηριώνει με τις μελέτες του το Ίδρυμά μας».

Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) κ. Ιωάννης Δεσύπρης αναφέρθηκε στις σοβαρές αδυναμίες του ενεργειακού τομέα όπως η αργή ανάπτυξη των ΑΠΕ, η έλλειψη διασυνδετικών δικτύων, οι στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι καθυστερήσεις στην ενσωμάτωση καινοτόμων τεχνολογιών έξυπνων δικτύων, βιομάζας και βιοκαυσίμων κ.α..

Ο πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας κ. Αναστάσιος Καλλιτσάντσης, ανέφερε εξάλλου ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας δεν μπορεί να έχει ως απόλυτη προτεραιότητα τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αλλά θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα λαμβάνοντας υπόψη το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το κόστος του χρήματος και τη βέλτιστη αξιοποίηση των υπαρχουσών επενδύσεων.

Παρουσιάζοντας τη μελέτη ο καθηγητής του ΕΜΠ, Παντελής Κάπρος προέβλεψε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας ως το 2020, και με ηπιότερους ρυθμούς ως το 2050, λόγω της κατάργησης των δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα στους ηλεκτροπαραγωγούς.

«Δεν θα έχουν όλες οι κοινωνικές ομάδες (και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις) τη δυνατότητα πληρωμών για κεφαλαιουχικές δαπάνες και για ακριβότερη ενέργεια. Ο κίνδυνος «ενεργειακής φτώχειας» θα είναι πιο αυξημένος στο πλαίσιο της πορείας προς την οικονομία χαμηλών εκπομπών», ανέφερε ο κ. Κάπρος.

Ο ίδιος τόνισε ότι θα απαιτηθούν επενδύσεις άνω των 200 δισ. ευρώ στον ενεργειακό τομέα ως το 2050 σε ανανεώσιμες πηγές, φυσικό αέριο, εξοικονόμηση ενέργειας, πιο αποδοτικό ενεργειακό εξοπλισμό, εξηλεκτρισμό των μεταφορών, επέκταση της χρήσης βιοκαυσίμων, έξυπνα δίκτυα και μετρητές.

Αναφορικά τέλος με την πυρηνική τεχνολογία (η οποία σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης που επανέλαβε απόψε ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι εκτός σχεδιασμού) τονίζεται στη μελέτη ότι είναι ιδιαίτερα ακριβή για τα ελληνικά δεδομένα, και η τυχόν ανάπτυξή της προσδιορίζεται για την περίοδο μετά το 2030 με πολύ μικρά οφέλη, τόσο για το κόστος όσο και για τη μείωση των εκπομπών.
TAGS