Μεγαλύτερους κινδύνους για ασθένειες, καταστροφή περιουσιών και απώλεια θέσεων εργασίας αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι, λόγω των επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος στις θάλασσες που τους περιβάλλουν. Η προειδοποίηση αυτή έρχεται από το ερευνητικό πρόγραμμα «Έρευνα για την Κλιματική Αλλαγή και τα Ευρωπαϊκά Θαλάσσια Οικοσυστήματα (CLAMER)». Η διακοσίων σαράντα έξι σελίδων σύνθεση περισσότερων από 100 ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και δημοσιεύθηκαν από το 1998 μέχρι σήμερα, τα αποτελέσματα πανευρωπαϊκής σφυγμομέτρησης για τη στάση των πολιτών σε αυτά τα ζητήματα, ένα καινούργιο βιβλίο που βασίζεται στα επιστημονικά ευρήματα και ένα σημαντικό καινούργιο ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται στη συνάντηση με την οποία ολοκληρώνεται το CLAMER, στις Βρυξέλλες, σήμερα και αύριο. Τόσο η σύνθεση των ερευνητικών προγραμμάτων όσο και το βιβλίο είναι διαθέσιμα στο κοινό από χθες, στον δικτυακό τόπο www.clamer.eu.

 Η έρευνα παρουσιάζει σειρά τεκμηριωμένων αλλά και αναμενόμενων φυσικών, χημικών και βιολογικών αλλαγών στα θαλάσσια περιβάλλοντα και οι οποίες έχουν ιδιαίτερα σημαντικές επιπτώσεις. Οι αλλαγές αυτές είναι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η διάβρωση των ακτών, η τήξη των πάγων, η συχνότητα και η ένταση καταιγίδων, οι φυσικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος ρευμάτων στον βόρειο Ατλαντικό, οι χημικές αλλαγές (οξίνιση και αποξυγόνωση), οι αλλαγές στους τύπους θαλάσσιας ζωής και οι τελικές επιπτώσεις τους στους ανθρώπους, τόσο οι κοινωνικές όσο και οι οικονομικές.

«Η αλλαγή ήταν σαφώς εμφανής και είναι ταχύτερη από ό,τι θεωρούσαμε δυνατό», τόνισε ο Κάρλο Χέιπ, επικεφαλής συγγραφέας της έκθεσης και διευθυντής του Βασιλικού Ολλανδικού Ινστιτούτου για τη Θαλάσσια Έρευνα.

«Εκατομμύρια ευρώ σε κόστος υγείας μπορεί να προκύψουν από την κατανάλωση μολυσμένων θαλασσινών, από την απορρόφηση παθογόνων οργανισμών που απαντώνται στο νερό και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω της άμεσης έκθεσης σε θαλάσσιες ασθένειες. Οι κλιματικές συνθήκες παίζουν έναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στη μετάδοση αυτών των ασθενειών», σημειώνεται στη σύνθεση.

Τα πιο θερμά νερά των ωκεανών προκαλούν την εξάπλωση παθογόνων του γένους Vibrio, τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον επικίνδυνων παθογόνων βακτηρίων και τα οποία ευθύνονται για γαστρεντερίτιδα, σηψαιμία και χολέρα, όπως ανακάλυψε ομάδα ερευνητών από τη Ιταλία, τη Βρετανία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ.

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, σε συνδυασμό με τα υψηλότερα κύματα που παρατηρούνται στο βόρειο Ατλαντικό και τις πιο συχνές και ισχυρές καταιγίδες, απειλούν φυσικό ενεργητικό στην Ευρώπη σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από τις ακτές, αξίας 1 τρισ. ευρώ. Στη σύνθεση σημειώνεται ότι περίπου το 35% του ΑΕΠ της Ευρώπης παράγεται σε μια ζώνη μέχρι και 50 χιλιόμετρα από τις ακτές. Εν τω μεταξύ, αναμένονται πιο συχνές και ισχυρές καταιγίδες στη βόρεια Ευρώπη, ειδικά εντός της ζώνης που ξεκινά από τη νότια Αγγλία και μέσω βόρεια Γαλλίας, Δανίας και βόρειας Γερμανίας καταλήγει στην Ανατολική Ευρώπη. Οι ζημιές από τις ετήσιες καταστροφές εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 21% στη Βρετανία, κατά 37% στη Γερμανία και κατά 44% στο σύνολο της Ευρώπης. Κατά 104% αναμένεται να αυξηθούν οι ζημιές από τις καταιγίδες που συμβαίνουν μια φορά κάθε αιώνα.

«Οι προσομοιώσεις σεναρίων δείχνουν ότι στα τέλη του 21ου αιώνα, η θερμοκρασία της Βαλτικής μπορεί να αυξηθεί κατά 2 μέχρι 4 βαθμούς, αυτή της Βόρειας Θάλασσας κατά 1,7% βαθμούς και αυτή του Βισκαϊκού Κόλπου κατά 1,5 μέχρι 5 βαθμούς», αναφέρεται στη σύνθεση. Η τήξη του θαλάσσιου πάγου και των παγετώνων αυξάνει την αβεβαιότητα. Οι σημερινές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανή άνοδο κατά 60 εκατοστά της στάθμης των ευρωπαϊκών θαλασσών και μέχρι 1,9 μέτρων της στάθμης σε ορισμένες παράκτιες περιοχές της Βρετανίας.

Η σύνθεση προτείνει αλλαγές στους ιχθυότοπους, λόγω των πιο θερμών νερών, της οξίνισης των ωκεανών και των μεταβολών της περιεκτικότητας σε αλάτι και οξυγόνο. Στη Μεσόγειο, η αλίευση της πολύτιμης γαρίδας, γνωστής ως Aristeus antennatus, ενδέχεται να «καταρρεύσει ολοκληρωτικά». Προφανώς, η μεγαλύτερη συρρίκνωση του πληθυσμού ιχθύων αναμένεται στις χαμηλού υψομέτρου περιοχές. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα μειωθεί η παραγωγικότητα στα αλιευτικά πεδία στις νότιες περιοχές ενώ θα αυξηθεί η αντίστοιχη στους ιχθυότοπους στο βορρά, όπως στη Γροιλανδία, την Ισλανδία και τη Νορβηγία.

Εκτεταμένες ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών για την αλλαγή του κλίματος, με κυρίαρχες τις ανησυχίες για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τη διάβρωση των ακτών, αποκάλυψε η διαδικτυακή σφυγμομέτρηση σε 10.000 κατοίκους δέκα ευρωπαϊκών χωρών - χίλιοι από κάθε μία από τις Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Τσεχική Δημοκρατία, Ολλανδία, Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία και Εσθονία. Η σφυγμομέτρηση διενεργήθηκε τον περασμένο Ιανουάριο από την TNS Opinion, είναι η πρώτη η οποία επικεντρώνει στο πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις ακτές ή τη θάλασσα και τα αποτελέσματά της είναι από χθες διαθέσιμα στο www.clamer.eu.

Το 18% των ερωτηθέντων επέλεξε την αλλαγή του κλίματος ως το πιο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος. Ήταν η δεύτερη επιλογή ως το σοβαρότερο πρόβλημα στον πλανήτη, καθώς το 31% επέλεξε ως σοβαρότερο πρόβλημα τη φτώχεια και την έλλειψη τροφής και νερού. Το 16% θεωρεί ως σοβαρότερο πρόβλημα τη διεθνή τρομοκρατία και το 12% την πτωτική στροφή της παγκόσμιας οικονομίας. Περίπου το 86% εκτιμά ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται εξ ολοκλήρου, κυρίως ή εν μέρει στην ανθρώπινη δραστηριότητα ενώ μόνον το 8% θεωρεί ότι, κυρίως ή εξ ολοκλήρου, οφείλεται σε φυσικές διαδικασίες (στις ΗΠΑ, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 32% και 36%). Οι ερωτηθέντες εμπιστεύονται πολύ περισσότερο πανεπιστημιακούς ή περιβαλλοντικές οργανώσεις ως πηγές πληροφόρησης από ό,τι επιστήμονες που εργάζονται για λογαριασμό των κυβερνήσεων των χωρών τους ή της βιομηχανίας. Τέλος, η υποστήριξη εθνικών πολιτικών ή πολιτικών των Βρυξελλών είναι η υψηλότερη αν πρόκειται για πολιτικές προστασίας ή εμπλουτισμού του θαλάσσιου περιβάλλοντος, όπως ο αυστηρότερος έλεγχος της ρύπανσης και η μείωση των εκπομπών αερίων των θερμοκηπίων. Είναι η χαμηλότερη αν πρόκειται για μέτρα προσαρμογής στην αλλαγή του κλίματος.