Ιδανικός τόπος για τη βόσκηση αιγοπροβάτων και παραγωγή ποιοτικών προϊόντων αποτελεί η επαρχία Ελασσόνας, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του καθηγητή στο ΤΕΙ Λάρισας Παναγιώτη Γούλα. Η επαρχία της Ελασσόνας, με έκταση 1708 τ.χλμ , είναι η μεγαλύτερη στο νομό Λάρισας και καταλαμβάνει το βορειοδυτικό τμήμα του. Συνορεύει με τους νομούς Πιερίας, Κοζάνης, Γρεβενών και Τρικάλων, καθώς και με την επαρχία Τυρνάβου. Διοικητικά ανήκει στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας, ενώ σε τοπικό επίπεδο διοικείται από το Επαρχείο Ελασσόνας. Επιπλέον, αποτελείται από 6 δήμους (Ελασσόνας, Ποταμιάς, Ολύμπου, Λιβαδίου, Σαρανταπόρου και Αντιχασίων) και δύο κοινότητες (Καρυάς και Βερδικούσιας).

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονο ανάγλυφο, αφού το μεγαλύτερο ποσοστό της (78%) χαρακτηρίζεται ορεινή και ημιορεινή, ενώ λίγες εκτάσεις είναι πεδινές (22%). Εδώ, συναντάμε το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, τον Όλυμπο και μάλιστα μερικές από τις ψηλότερες κορφές του (Μύτικας, 2917 μ., Σκαλιό 2911 μ. Φράγκου αλώνι 2684 μ). Η ορεογραφία της επαρχίας συμπληρώνεται με τους ορεινούς όγκους του Τίταρου, των Καμβουνίων,των Αντιχασίων και τα υψώματα της Μελούνας.

Βιοποικιλότητα
Η περιοχή της Επαρχίας Ελασσόνας, εκτός από τις πεδινές καλλιεργημένες εκτάσεις διαθέτει σημαντική βιοποικιλότητα χλωρίδας, κυρίως στα ορεινά συγκροτήματα του Ολύμπου, του Τιτάρου, των Καμβουνίων και των Αντιχασίων. Συναντούμε πληθώρα αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, τα οποία αναδύουν άρωμα, νοστιμιά και γεύση στα παραγόμενα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα της περιοχής.

Η αιγοπροβατοτροφία είναι από τις πλέον διαδεδομένες παραγωγικές κατευθύνσεις του αγροτικού τομέα της χώρας μας και από τους σπουδαιότερους κλάδους της κτηνοτροφίας μας. Στην Επαρχία Ελασσόνας εκτρέφονται 233.145 πρόβατα, σε 1446 εκμεταλλεύσεις, 142.186 αίγες σε 969 εκμεταλλεύσεις, τα οποία βόσκουν σε 985.869 στρέμματα βοσκοτόπων (Ε.Α.Σ. Ελασσόνας 2007).

Ο χαρακτήρας της οικονομίας στην επαρχία Ελασσόνας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά βάση γεωργοκτηνοτροφικός. Στα εκτεταμένα ορεινά βοσκοτόπια εκτρέφεται το 39% των προβάτων και το 59% των αιγών του νομού και παράγονται πολύ καλής ποιότητας γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέατα αμνοεριφίων γάλακτος άριστης ποιότητας, κάνοντας εξαγωγές σε ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία 15 έτη.

Η αιγοπροβατοτροφία εξασφαλίζει απασχόληση και ικανοποιητικό εισόδημα σε μεγάλο αριθμό κτηνοτρόφων και σε άτομα, που δύσκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλους τομείς εργασίας. Δημιουργεί θέσεις εργασίας και προτιθέμενη αξία από τη μεταποίηση και την εμπορία των προϊόντων της. Συντελεί στο να αποφεύγεται η ερήμωση της υπαίθρου και συμβάλλει στη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος,

Η αιγοπροβατοτροφία διακρίνεται σε τρεις βασικές μορφές εκμετάλλευσης. Πρόκειται για την ημιενσταβλισμένη, την ποιμνιακή-στατική και την ποιμνιακή-μετακινούμενη.

Η πλειοψηφία των προβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων στην επαρχία Ελασσόνας ανήκει στην ποιμνιακή-στατική μορφή εκμετάλλευσης. Στην μορφή αυτή ανήκουν οι 1041 από τις 1446 προβατοτροφικές εκμεταλλεύσεις, ποσοστό 72%, οι οποίες εκτρέφουν περίπου 197.240 πρόβατα, ποσοστό 84,6% του συνολικού αριθμού των εκτρεφόμενων στην περιοχή προβάτων.

Στην ποιμνιακή-στατική μορφή εκμετάλλευσης, ανήκουν περίπου 659 αιγοτροφικές εκμεταλλεύσεις (από τις 969), ποσοστό 68% του συνολικού αριθμού, οι οποίες εκτρέφουν περί τις 123.986 αίγες, ποσοστό 87,2% του συνολικού πληθυσμού των αιγών της περιοχής.

Τα ζώα που βόσκουν στους παραπάνω βοσκοτόπους, όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Γούλας, διανύουν συχνά μεγάλες αποστάσεις κι αυτό προκαλεί μια διαφορετική σωματική διαμόρφωση σε σχέση με ζώα, που ζουν σε χαμηλότερα υψόμετρα και κυρίως σε σχέση με ζώα, που ζουν σταβλισμένα.

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες πολλών αρωματικών φυτών δίνουν ιδιαίτερο άρωμα και γεύση στο γάλα και ειδικότερα στο κρέας των αρνιών, χαρακτηριστικό της γεύσης και του αρώματος και γι' αυτό τον λόγο γίνονται περιζήτητα από το καταναλωτικό κοινό.

Η ένταση του αρώματος, σύμφωνα με τον κ. Γούλα, συνδέεται θετικά με το λινολενικό οξύ (C18:3), το οποίο βρίσκεται σε μεγαλύτερα ποσοστά στα ζώα ελεύθερης βοσκής. Έγιναν αναλύσεις λιπαρών οξέων σε αρνιά και κατσίκια της Ελασσόνας και βρέθηκαν μεγαλύτερες ποσότητες σε λινολενικό οξύ (C18:3), σε σχέση με αντίστοιχες των αρνιών και των εριφίων των πεδινών εκτάσεων.

Πέραν αυτών, το είδος της διατροφής, η φυλή, ο τρόπος εκτροφής, η ηλικία και η αναπαραγωγική κατάσταση του ζώου επηρεάζουν το άρωμα.

Ο κ. Γούλας δεν παραλείπει, ωστόσο, να επισημάνει πως οι ιδιάζουσες εδαφοκλιματικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας μας, επιτρέπουν την εκτροφή, κατά το ημιεκτατικό κυρίως σύστημα 9.244.000 προβάτων γαλακτοπαραγωγικής κατεύθυνσης, με χαμηλές αποδόσεις, που στο σύνολο τους, όμως, καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες της σε πρόβειο γάλα και κατά 84,0% τις ανάγκες της σε πρόβειο κρέας.

Η ελληνική αιγοτροφία (συνολικά εκτρέφονται 5.200.000 αίγες) έχει την πιο αξιόλογη παρουσία στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Πρόκειται για μια κατ' εξοχήν παραδοσιακή μορφή κτηνοτροφίας, που έχει προσαρμοστεί πολύ ικανοποιητικά στις ελληνικές φυσικές συνθήκες και αξιοποιεί σε υψηλό βαθμό τους βοσκότοπους, τις οριακές και ακατάλληλες για καλλιέργεια εκτάσεις και κύρια τα θαμνολίβαδα των ορεινών και ημιορεινών περιοχών. Δίνει βασικά προϊόντα στη διατροφή του ανθρώπου μεγάλης βιολογικής και διαιτητικής αξίας.









πηγή: ΑΠΕ