Η Γερμανία και η Πολωνία είναι οι μεγαλύτεροι παραγωγοί βιομηχανικών ρύπων στην ΕΕ, σύμφωνα με έκθεση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα από την περιβαλλοντική υπηρεσία της Ένωσης. Η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρουμανία και η Ισπανία ακολουθούν στον κατάλογο, ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA) που έχει την έδρα της στην Κοπεγχάγη, βασιζόμενη στα ευρήματά της με βάση δεδομένα του 2009 που περιλαμβάνουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2).

"Κατά προσέγγιση, το ένα πέμπτο του κόστους της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τη βιομηχανία στην Ευρώπη προέρχεται από εγκαταστάσεις στη Γερμανία -- η μεγαλύτερη αναλογία χώρας στην ΕΕ", αναφέρει σε δήλωσή της η διευθύντρια της EEA Ζακλίν Μακγκλέιντ.

Ωστόσο, αν οι μεγαλύτεροι βιομηχανικοί ρυπαντές της ΕΕ ταξινομούνταν λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της οικονομίας τους, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Εσθονία, η Πολωνία και η Τσεχία θα βρίσκονταν στην κορυφή, επισημαίνει η EEA.

Η υπηρεσία αναφέρει πως υπολόγισε ότι τα "κόστη ζημιάς" από τη ρύπανση που οφείλεται στις 10.000 μεγαλύτερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις της ΕΕ αντιστοιχούν σε 102 ως 169 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το μεγαλύτερο μέρος της ρύπανσης προκαλείται από μεγάλους σταθμούς παραγωγής ενέργειας και, σε μικρότερη έκταση, από διυλιστήρια και χαλυβουργίες. 

Τα αποκαλούμενα "κόστη ζημιάς" είναι ένα ατελές, επιστημονικό μέτρο για το κόστους της ρύπανσης στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, παραδέχεται η EEA. Ωστόσο, προσθέτει, εξακολουθεί να είναι ένας χρήσιμος δείκτης για να καθοδηγεί τις επιλογές της ΕΕ στη βιομηχανική, την ενεργειακή και την περιβαλλοντική πολιτική.