Η ετήσια έκθεση του Global Carbon Project για το 2010 και το 2011 διαπιστώνει νέα αύξηση στην παραγωγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τη βιομηχανία, παρά την αδύναμη οικονομία. Μετά από δύο χρόνια σχετικής κάμψης, τη διετία 2008 - 2009, τα νέα στοιχεία διαψεύδουν την πεποίθηση ότι αυτή η καθοδική τάση θα μπορούσε να συνεχιστεί μέχρι την πλήρη ανάκαμψη της οικονομίας.

Συγκεκριμένα, το 2010 οι εκπομπές αύξηθηκαν κατά 5,9%, ποσοστό που ισοδυναμεί με μισό δισεκατομμύριο επιπλέον τόνους διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και αποτελεί, σύμφωνα με τη διεθνή ομάδα επιστημόνων που συνέταξε την έκθεση, τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση που έχει καταγραφεί ποτέ από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το 2011, με τις εκπομπές να ενισχύονται κατά 3%.

Τα ποσοστά αυτά θα πρέπει να συγκριθούν με τη μείωση της τάξεως του 1,4%, το 2009, έτος κατά το οποίο η ύφεση έγινε περισσότερο αισθητή. Οι επιστήμονες δεν πιστεύουν πως τα ποσοστά θα συνεχίσουν να «καλπάζουν» με τους ρυθμούς του 2010, όμως ακόμη και μια αύξηση 3% - που ήταν ο μέσος όρος την περασμένη δεκαετία- σημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει πρόοδος στην κατεύθυνση του περιορισμού της παραγωγής εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Σύμφωνα με την έκθεση του Global Carbon Project, που δίνεται στη δημοσιότητα με φόντο τις - άκαρπες μέχρι στιγμής- διαπραγματεύσεις στη διεθνή διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή στη Νότιο Αφρική, η νέα αύξηση οφείλεται κατά το ήμισυ στην καύση του άνθρακα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου το 2009 - έτος βαθιάς ύφεσης- η παραγωγή εκπομπών μειώθηκε κατά 7% για να σημειώσει, πέρυσι, νέα αύξηση 4%.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απωλέσει την αρνητική πρωτιά του μεγαλύτερου ρυπαντή παγκοσμίως: μόνο πέρυσι, η Κίνα εξέπεμψε στην ατμόσφαιρα 2,2 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, ποσότητα που ισοδυναμεί με αύξηση σχεδόν 10,5% από το 2009 στο 2010. Μάλιστα, το 57% επί του συνόλου των εκπομπών που παρήχθησαν πέρυσι, προήλθαν από τις αναπτυσσόμενες χώρες, παρότι οι εκπομπές ανά άτομο είναι πολύ υψηλότερες στις πλούσιες χώρες.

«Κάθε χρόνο που οι εκπομπές αυξάνονται, είναι άλλος ένας χρόνος διαπραγματεύσεων, άλλος ένας χρόνος αναποφασιστικότητας», λέει ο Γκλεν Πίτερς, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του Κέντρου Διεθνών Ερευνών για το Κλίμα και το Περιβάλλον, που συνέταξε την έκθεση. «Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η τροχιά, την οποία ακολουθούμε τα τελευταία δέκα χρόνια θα αλλάξει».





πηγή: energypress.gr