Μια αθόρυβη «επανάσταση» εκσυγχρονισμού συνέβη από την 1η Ιανουαρίου 2012 στη Βοτανική, η οποία αποτόλμησε πλέον να υποδεχτεί τον 21ο αιώνα (με μικρή καθυστέρηση!), καθώς οι επιστήμονες που ασχολούνται με την ταξινόμηση και το «βάφτισμα» των νέων ειδών φυτών, που ανακαλύπτονται συνεχώς στον πλανήτη μας, αποφάσισαν να μην δίνουν μόνο λατινικά ονόματα, αλλά θα επιτρέπεται η χρήση και της αγγλικής γλώσσας στην επίσημη επιστημονική ονοματοθεσία. Τα λατινικά αποτελούν εδώ και αιώνες την «επίσημη» γλώσσα των βιολόγων, όσον αφορά την απόδοση επίσημων- και συχνά δυσνόητων ή ευφάνταστων- ονομάτων στα ζώα και τα φυτά. Όμως η όλη ταξινομική διαδικασία έχει αποδειχτεί πολύ χρονοβόρα, με συνέπεια να υπάρχουν είδη που εξαφανίζονται από προσώπου γης, πριν καν αποκτήσουν ένα όνομα. Μια από τις αιτίες είναι ότι στη σημερινή εποχή όπου όλο και λιγότεροι επιστήμονες είναι εξοικειωμένοι με τα λατινικά, αργεί υπερβολικά η εξακρίβωση ότι το νέο όνομα είναι επιστημονικά και γραμματικά σωστό, ενώ στη συνέχεια η νέα λατινική ονομασία πρέπει να δημοσιευτεί σε κάποιο καταξιωμένο επιστημονικό περιοδικό.

Προκειμένου να επιταχυνθεί η ταξινόμηση των ειδών, το Διεθνές Βοτανικό Συνέδριο, που συνήλθε στην Αυστραλία το 2011 (συνέρχεται μια φορά κάθε έξι χρόνια), με τη συμμετοχή περίπου 200 μελών της Διεθνούς Ένωσης Ταξινόμησης των Φυτών, πήρε δύο βασικές αποφάσεις σχετικά με την ονοματολογία: πρώτον, από την αρχή του 2012 δεν θα θεωρείται υποχρεωτική η επιστημονική ονοματοθεσία μόνο στα λατινικά και, δεύτερον, η δημοσίευση των νέων ειδών (φυτών, φυκιών, μυκήτων) σε online επιστημονικά περιοδικά και βιβλία θα θεωρείται εξίσου αποδεκτή με την έως τώρα υποχρεωτική δημοσίευση σε έντυπα περιοδικά του χώρου των βοτανολόγων. Με τον τρόπο αυτό, θα διευκολυνθεί περαιτέρω η διάχυση των πληροφοριών για τα νέα είδη.

Το νέο καθεστώς που θα ισχύσει από φέτος στη Βοτανική, περιγράφηκε στο διαδικτυακό περιοδικό «PhytoKeys» από τον Τζέιμς Μίλερ του Βοτανικού Κήπου της Νέας Υόρκης, σύμφωνα με τη βρετανική «Ντέιλι Μέιλ» και το «Scientific American». Όπως αναφέρει ο Αμερικανός βοτανολόγος, «πρόκειται για θεμελιώδεις αλλαγές, που θα διευκολύνουν την ικανότητα να ονομάζουμε και να περιγράφουμε νέα είδη». Ειδικά σε μια εποχή όπου επιδιώκεται η προστασία της βιοποικιλότητας, αναγνωρίζεται η σημασία της ταχείας ανακάλυψης, περιγραφής και δημοσιοποίησης των νέων ειδών, ώστε να μπαίνουν στον παγκόσμιο «χάρτη» των ειδών και να αποκτούν «υπόσταση» για το ευρύ κοινό.

Οι βοτανολόγοι ονομάζουν περίπου 2.000 νέα είδη (φυτά, φύκια και μύκητες) κάθε χρόνο, γεγονός που αποτελεί το πρώτο και βασικό βήμα για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Πολλά όμως ακόμα φυτά και άλλα είδη μένουν να ανακαλυφθούν και να «βαφτιστούν», αν βέβαια στο μεταξύ η κλιματική αλλαγή, η αποψίλωση των δασών και οι άλλες περιβαλλοντικές απειλές δεν έχουν εξαφανίσει ορισμένα είδη δια παντός.

Σύμφωνα με μία εκτίμηση, περίπου το 20% των φυτών του πλανήτη μας δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί και περιγραφεί, άρα παραμένουν ανώνυμα.

Η ταξινόμηση των φυτών και γενικότερα των ειδών εγκαινιάστηκε με τη δημοσίευση του έργου «Species Plantarum» που εξέδωσε ο διάσημος Σουηδός επιστήμων Κάρολος Λινναίος το 1753. Η ονομασία κάθε φυτού είναι διπλή, δηλαδή το επίσημο λατινικό όνομά του αποτελείται από το δύο συνθετικά. Με τους νέους κανονισμούς, το διπλό όνομα διατηρείται, αλλά θα μπορεί πλέον να είναι εναλλακτικά είτε στα λατινικά είτε στα αγγλικά.