Όταν μιλάμε για βιοχημικούς δείκτες, αναφερόμαστε σε μόρια, όπως ορμόνες, ένζυμα, αντισώματα, πρωτεΐνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία ή οποιαδήποτε άλλη ουσία που ανιχνεύεται στο αίμα, τα ούρα ή άλλα υγρά και ιστούς του οργανισμού και αποτελούν ενδείξεις καλής ή διαταραγμένης λειτουργίας του οργανισμού. Τα δεδομένα της σύγχρονης επιδημιολογίας τονίζουν το ρόλο της διατροφής και τουτρόπου ζωής, στον κίνδυνο εμφάνισης διάφορων χρόνιων νοσημάτων. Η εκτίμηση της διατροφικής πρόσληψης είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν σκεφτούμε τον μεγάλο αριθμό των πηγών, από όπου μπορεί κάποιος να πάρει την τροφή του, αλλά και τη διαφορετική περιεκτικότητα των ίδιων τροφίμων σε θρεπτικά συστατικά.

Επομένως, οι βιοχημικοί δείκτες χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την εκτίμηση της διατροφικής κατάστασης του οργανισμού. Οι διατροφικοί βιοχημικοί δείκτες ερμηνεύονται ως την βιολογική επέκταση της διατροφικής πρόσληψης και των διάφορων διατροφικών προτύπων. Το διαφορετικό γενετικό υπόβαθρο του κάθε οργανισμού και ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να μεταβολίζει κάθε συστατικό, διαφοροποιεί την ερμηνευτική ικανότητα του κάθε δείκτη, όμως η χρήση των βιοχημικών δεικτών, εάν γίνει σωστά μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του οργανισμού.

Η πλειοψηφία των δεικτών που αξιολογούν τη διατροφική κατάσταση καλούνται «δείκτες συγκέντρωσης», δηλαδή δείκτες που αντιπροσωπεύουν την ποσότητα στην οποία ανιχνεύονται διάφορες ουσίες στον οργανισμό. Οι χρήσεις των βιοχημικών δεικτώνπεριλαμβάνουν την αξιολόγηση των μεθόδων διατροφικής εκτίμησης, όπως το ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων ή την 24ωρη ανάκληση, αλλά κυρίως την αξιολόγηση των επιπέδων της διατροφικής πρόσληψης διάφορων συστατικών, του κινδύνου εμφάνισης νοσημάτων που σχετίζονται με τη διατροφή, όπως η υπερλιπιδαιμία ή ο σακχαρώδης διαβήτης ή του τρόπου με τον οποίο μεταβολίζεται κάποιο συστατικό.

Παρακάτω αναφέρονται πληροφορίες για κάποιους από τους βιοχημικούς δείκτες που αξιολογούν τη διατροφική κατάσταση του οργανισμού:
  • Διατροφική πρόσληψη πρωτεϊνών: Σημαντικό εργαλείο αποτελεί η μέτρηση των ηπατικών πρωτεϊνών ορού, που ανάλογα με τον χρόνο ημιζωής τους είναι χρήσιμες στην εκτίμηση χρόνιων ή οξείων καταστάσεων.
  • Διατροφική πρόσληψη υδατανθράκων: Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός τους μεταβολίζει αλλά και τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το μεταβολισμό τους (πχ. αντίσταση στην ινσουλίνη). Διατροφική πρόσληψη λίπους: Η σύσταση των λιπαρών οξέων στο αίμα, τα κύτταρα ή τους ιστούς αποτελεί αξιόπιστο δείκτη της ποσότητας των λιπαρών που προσλαμβάνουμε.
  • Διατροφική πρόσληψη διαιτητικών ινών: Πρόσφατα έχει προταθεί ως εξειδικευμένος δείκτης πρόσληψης σιτηρών το μόριο της ακυλορεσορκινόλη.
  • Διατροφική πρόσληψη φρούτων και λαχανικών: Έχει προταθεί η μέτρηση της βιταμίνης C και των καροτενοειδών. Βέβαια οι δείκτες αυτοί φάνηκε πως εμφανίζουν σημαντική μεταβλητότητα, καθώς επηρεάζονται από το γενετικό, ορμονικό και μεταβολικό προφίλ του οργανισμού αλλά και τον χειρισμό των βιολογικών δειγμάτων και έτσι δεν αποτελούν αξιόπιστους δείκτες.
  • Διατροφική πρόσληψη κρέατος: Η 3-μεθυλ-ιστιδίνη ή η κρεατινίνη αποτελούν προϊόντα καταβολισμού της πρωτεΐνης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες της συνολικής κατανάλωσης κρέατος. Σύγχρονη έρευνα προτείνει τη χρήση της καρνιτίνης και του οξειδίου της τριμεθυλαμίνης, ως βιοδεικτών της κατανάλωσης κρέατος.
  • Διατροφική πρόσληψη βιταμινών: Έχουν προταθεί εξειδικευμένοι βιοχημικοί δείκτες, που σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι αξιόπιστοι ή επηρεάζονται από διάφορες παραμέτρους.
Όσον αφορά στην παχυσαρκία και στα νοσήματα που σχετίζονται με αυτήν, μελετάται ένα σύνολο βιοχημικών παραμέτρων, όπως το σάκχαρο, η ινσουλίνη, το λιπιδαιμικό προφίλ, το ουρικό οξύ, η ουρία, η κρεατινίνη, τα ηπατικά ένζυμα, οι ολικές πρωτεΐνες, η αλβουμίνη, το ασβέστιο, το νάτριο το κάλιο, τα χλωριούχα, ο φωσφόρος, το μαγνήσιο, ο σίδηρος, η φερριτίνη, η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και η ομοκυστεΐνη.

Η υπάρχουσα πληροφορία για τη χρήση βιοχημικών δεικτών αφορά κυρίως πληθυσμούς από την Ευρώπη και την Αμερική. Επομένως, υπάρχει η ανάγκη εύρεσης δεικτών, που να αφορούν τον παγκόσμιο πληθυσμό ή άλλων που να μπορούν να εφαρμοστούν σε συγκεκριμένους πληθυσμούς και καταστάσεις ή νέων τεχνολογιών που να ανιχνεύουν με μεγαλύτερη ακρίβεια και ευαισθησία διάφορες ουσίες, ώστε η διατροφική επιδημιολογία να διερευνήσει εις βάθος τη σχέση μεταξύ διατροφής και υγείας.

Πηγή: mednutrition.gr