Τα γεγονότα των τελευταίων κυρίως μηνών μάς προκαλούν άγχος, ένταση και εντείνουν το αίσθημα της μοναξιάς και της απόγνωσης. Νιώθουμε αβοήθητοι, συχνά χωρίς εναλλακτική προοπτική. Η καθημερινότητα έχει γίνει βαριά και η αισιοδοξία για το μέλλον ανήκει πλέον στο παρελθόν. Βρισκόμαστε άραγε στο κατώφλι της κατάθλιψης ή μήπως έχουμε ήδη προχωρήσει στα ενδότερα της ασθένειας που θεωρείται η επιδημία της σύγχρονης εποχής; Σύμφωνα με την Πανελλήνια Επιδημιολογική Έρευνα του Ψυχιατρικού Τμήματος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία ανακοινώθηκε στο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο τον περασμένο Μάιο, ο κίνδυνος να εμφανίσει κάποιος κατάθλιψη μια φορά στη ζωή του κυμαίνεται γύρω στο 10%, ενώ αυτή τη στιγμή στη χώρα μας υποφέρουν από το σύνδρομο της κατάθλιψης 200.000 άνθρωποι.

Ωστόσο, πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων έχει καταθλιπτικά συμπτώματα χωρίς να νοσεί από το πλήρες σύνδρομο.

Αντιμέτωποι με το καταθλιπτικό (μελαγχολικό) συναίσθημα βρίσκονται σήμερα περίπου το 15,5% των γυναικών και το 11% των ανδρών, ενώ καταθλιπτικές ιδέες (π.χ. ιδέες ενοχής ή αναξιότητας, απαισιοδοξία και αυτοκαταστροφικές ιδέες) έχουν σχεδόν το 13,5% των γυναικών και το 8,5% των ανδρών.

Το καταθλιπτικό συναίσθημα συνοδεύεται πάντοτε από μια απώλεια, πραγματική ή συμβολική. Η αίσθηση ότι δεν μπορούμε να επανακτήσουμε αυτό που χάσαμε ή αισθανόμαστε ότι χάσαμε μας δημιουργεί μελαγχολία. Το κατά πόσον, όμως, θα εκδηλώσουμε το σύνδρομο της κατάθλιψης εξαρτάται από πολλούς ακόμα παράγοντες (βιολογικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς), οι οποίοι συχνά αλληλεπιδρούν. Ποιοι είναι αυτοί και πώς μπορούμε να τους διαχειριστούμε;

1. Βιολογικοί παράγοντες
Το οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης θεωρείται επιβαρυντικό, αφού αυξάνει τις πιθανότητες να εμφανίσουμε κατάθλιψη όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με κάποιο στρεσογόνο συμβάν. Πέρα, όμως, από την κληρονομικότητα, υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι είναι επιρρεπείς στην κατάθλιψη για καθαρά βιολογικούς λόγους.

Μελέτες αποδίδουν αυτές τις περιπτώσεις σε βιολογικούς μηχανισμούς που ελέγχονται από διάφορες νευροδιαβιβαστικές ουσίες στον εγκέφαλο (π.χ. σεροτονίνη). Έχει ανακαλυφθεί επιστημονικά ότι οι άνθρωποι που έχουν μια συγκεκριμένη μορφή του γονιδίου που εμπλέκεται στη μεταφορά της σεροτονίνης στον εγκέφαλο έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν κατάθλιψη σε συνθήκες έντονης πίεσης. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ανακάλυψη, που αποδεικνύει ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι μπροστά στα στρεσογόνα γεγονότα της ζωής.

Η γνώση ότι είμαστε πιο ευάλωτοι στην κατάθλιψη (γιατί έχουμε ιστορικό κατάθλιψης ή επειδή βλέπουμε ότι τα στρεσογόνα γεγονότα μάς επηρεάζουν έντονα και για μεγάλο χρονικό διάστημα) μπορεί να μας κινητοποιήσει να φροντίσουμε την ενδυνάμωση της ψυχικής μας υγείας δίνοντας έμφαση σε ένα καλό υποστηρικτικό δίκτυο (π.χ. φίλοι), διαβάζοντας βιβλία αυτοβοήθειας ή κάνοντας ψυχοθεραπεία. Άλλωστε, ο όρος «γενετικό» δεν παραπέμπει σε κάτι προκαθορισμένο, αλλά σε κάτι που μπορούμε να αλλάξουμε ασχολούμενοι με το πρόβλημα και τον τρόπο που ερμηνεύουμε τα γεγονότα.

2. Προσωπικότητα
Οι άνθρωποι με «καταθλιπτική προσωπικότητα» είναι πιθανότερο να έρθουν αντιμέτωποι με την κατάθλιψη στο μέλλον. Πώς διαμορφώνεται, όμως, η προσωπικότητά μας και τι σημαίνει «καταθλιπτική προσωπικότητα»;

Προσωπικότητα είναι όλο το πρότυπο των σκέψεων και ιδεών που διαμορφώνουμε από την παιδική μας ηλικία μέχρι και μετά την ενηλικίωσή μας, το οποίο δομείται βάσει των εμπειριών μας και το οποίο σιγά-σιγά μας κάνει να έχουμε συγκεκριμένες αντανακλαστικές συμπεριφορές ανάλογα με το περιβάλλον μας. Άνθρωποι π.χ. που έχουν μεγαλώσει με έναν γονιό λόγω απώλειας του άλλου μπορεί να έχουν εντυπώσει στο μυαλό τους ότι η ζωή είναι δύσκολη, ότι δεν μπορούν να πάρουν αγάπη ή ότι δεν έχει νόημα να ζουν γιατί θα πεθάνουν.

Η «καταθλιπτική προσωπικότητα» ταυτίζεται ουσιαστικά με τη «δυσθυμία» και συνήθως παίρνει τη μορφή της χρόνιας ήπιας κατάθλιψης. Όσοι ταλαιπωρούνται από αυτού του είδους την κατάθλιψη δυσκολεύονται να βρουν νόημα στη ζωή, νιώθουν μιζέρια, εντοπίζουν πάντα την αρνητική πλευρά των πραγμάτων, αισθάνονται συνεχώς ένα κενό και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ μπορεί να εκδηλώσουν στη ζωή τους κάποιο έντονο καταθλιπτικό επεισόδιο. Στις περιπτώσεις που υπάρχει δυσθυμία, είναι απαραίτητη η ψυχοθεραπεία, γιατί δεν πρόκειται για επεισοδιακής μορφής νόσο, όπως π.χ. η κατάθλιψη που εμφανίζεται μετά από ένα στρεσογόνο γεγονός και είναι παροδική.

3. Στρεσογόνα γεγονότα
Όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι σε κάποιες περιόδους της ζωής μας με στρεσογόνα γεγονότα. Ορισμένα, μάλιστα, έχουν αντικειμενική υπόσταση, όπως π.χ. ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, μια σοβαρή ασθένεια, η φυλάκιση και η χρεοκοπία. Οι άνθρωποι που βιώνουν κάποια από τις παραπάνω καταστάσεις έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη μέσα στους επόμενους 6 μήνες. Το κατά πόσον, όμως, θα νοσήσουν πράγματι εξαρτάται από τον τρόπο που ερμηνεύουν όσα τους συμβαίνουν.

4. Κοινωνικοί λόγοι
Όλοι οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες που μας επηρεάζουν μπορούν να μας φέρουν πιο κοντά στην κατάθλιψη. Σε περιόδους οικονομικής αστάθειας και μεγάλης έντασης, το ενδεχόμενο να πιστέψουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε πλέον, ότι δεν έχουμε μέλλον, ότι είμαστε ανάξιοι, είναι πολύ μεγαλύτερο.

Συνήθως, πλησιάζουμε στην κατάθλιψη όταν δούμε ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουμε στις υποχρεώσεις μας, όταν νιώθουμε αβοήθητοι, μακριά από εναλλακτικές επιλογές. Μπαίνοντας στην κατάθλιψη, ενισχύονται οι απόψεις που αφορούν υπερεκτιμήσεις όπως: «είμαι ανίκανος», «δεν μπορώ να τα καταφέρω», γεγονός που μας εισάγει σε έναν φαύλο κύκλο με ολέθριες συνέπειες. Ένας άνεργος π.χ. έχει πιθανότητες να βρει δουλειά αν κάνει συγκεκριμένα βήματα. Στην περίπτωση όμως που πιστέψει ότι δεν έχει μέλλον, πάψει να ασχολείται με τις δεξιότητές του και παραιτηθεί, θα οδηγηθεί σε μεγαλύτερες δυσκολίες στο μέλλον και θα μπει ακόμα πιο βαθιά στην κατάθλιψη.

Η αλήθεια για τις ορμόνες
Η απότομη πτώση των ορμονών μετά τον τοκετό μπορεί να οδηγήσει σε επιλόχειο κατάθλιψη. Αυτό τουλάχιστον πιστεύουν αρκετές γυναίκες. Τα νερά έρχονται, όμως, να αναταράξουν πρόσφατες μελέτες, που αποδεικνύουν ότι αιτία μπορεί να μην είναι οι ορμόνες, αλλά η ίδια η εγκυμοσύνη, που αποτελεί συχνά ένα εξαιρετικά στρεσογόνο γεγονός. Έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Bristol έδειξε ότι ο πιο ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την επιλόχειο κατάθλιψη είναι η καταθλιπτική συμπτωματολογία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τι σημαίνει αυτό;

Αν και η εγκυμοσύνη αποτελεί πηγή χαράς για πολλές γυναίκες, για άλλες μπορεί να είναι παράγοντας άγχους. «Τι θα κάνω με την καριέρα μου;», «Τι σημαίνει η μητρότητα για την προσωπική μου ελευθερία;», αναρωτιούνται μόλις πληροφορηθούν την εγκυμοσύνη τους.

Αντίστοιχα και οι άνδρες, που έχουν άγχος κυρίως για το αν θα αντεπεξέλθουν οικονομικά στις νέες ανάγκες, είναι πιθανόν να παρουσιάσουν συμπτώματα ανάλογα με αυτά των γυναικών. Τα νέα αυτά δεδομένα αλλάζουν και τον τρόπο αντιμετώπισης, αφού τα ζευγάρια που έχουν συμπτώματα δυσθυμίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καλό είναι να αναζητούν βοήθεια σε αυτή τη φάση. Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις γυναικών που παρουσιάζουν έντονα και σοβαρά συμπτώματα τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό - που συχνά περιλαμβάνουν και αυτοκτονικές ιδέες, οι οποίες όμως είναι σπάνιες και ανήκουν στη λεγόμενη «ψύχωση της λοχείας».

Κάντε το τεστ
Είναι πολύ πιθανόν κάποια στιγμή στη ζωή μας να εμφανίσουμε κατάθλιψη. Πώς μπορούμε, όμως, να ξεχωρίσουμε τις ημέρες που είμαστε απλώς στις «μαύρες» μας από μια περίοδο που πράγματι χρειαζόμαστε τη βοήθεια ειδικού; Αν παρουσιάζουμε αρκετά από τα παρακάτω συμπτώματα για διάστημα μεγαλύτερο από 2 εβδομάδες, καλό είναι να ζητήσουμε τη συμβουλή ενός ειδικού.

➜ Αισθανόμαστε ότι έχει μειωθεί το ενδιαφέρον ή η ευχαρίστηση που παίρνουμε από τις καθημερινές μας ασχολίες.
➜ Έχουμε αρνητικά συναισθήματα, όπως στενοχώρια, λύπη, μελαγχολία ή απογοήτευση.
➜ Αντιμετωπίζουμε προβλήματα στον ύπνο (π.χ. δυσκολευόμαστε να κοιμηθούμε, ξυπνάνε νωρίτερα από ό,τι επιθυμούμε ή κοιμόμαστε περισσότερο από το συνηθισμένο).
➜ Νιώθουμε κούραση.
➜ Παρατηρούμε αλλαγές στην όρεξή μας (είτε αύξηση, είτε μείωση).
➜ Νιώθουμε άσχημα με τον εαυτό μας. Πιστεύουμε ότι δεν αξίζουμε ή ότι έχουμε απογοητεύσει τον εαυτό μας ή τους άλλους.
➜ Εμφανίζουμε δυσκολία συγκέντρωσης.
➜ Κινούμαστε ή μιλάμε πιο αργά από ό,τι συνήθως, ή αντίθετα η συμπεριφορά μας δείχνει ένταση και αναστάτωση.
➜ Έχουμε αυτοκτονικές τάσεις.

Πηγή: dete.gr