Ολοένα περισσότερος κόσμος επικεντρώνει την προσοχή του στη βιταμίνη D. Η αιτία γι’ αυτό συχνά είναι θέματα που αφορούν την υγεία των οστών, καθώς δίχως αυτήν ο οργανισμός δεν μπορεί να απορροφήσει το ασβέστιο. Στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Ορθοπεδικών Χειρουργών, το οποίο πραγματοποιήθηκε τον περασμένο μήνα, επιστήμονες ανέφεραν ότι μεταξύ 889 ενηλίκων που μεταφέρθηκαν με κάταγμα σε Κέντρο Τραύματος του Μισούρι το 68% είχε «ανεπαρκή» επίπεδα βιταμίνης D και το 39% «σχετικά ανεπαρκή».

Μια άλλη μελέτη από γιατρούς της Σεούλ στη Νότια Κορέα έδειξε ότι τα επίπεδα της βιταμίνης D ήταν «σημαντικά χαμηλότερα» μεταξύ 104 μετεμμηνοπαυσικών γυναικών οι οποίες είχαν υποστεί κάταγμα καρπού απ’ ό,τι μεταξύ 107 συνομηλίκων τους γυναικών δίχως τέτοιο κάταγμα.

Το ενδιαφέρον του κοινού όμως δεν περιορίζεται στην υγεία των οστών, αλλά δείχνει να αυξάνεται γύρω από την πιθανή ικανότητα της συγκεκριμένης βιταμίνης να προστατεύει από χρόνια ή απειλητικά για τη ζωή νοσήματα.

Πολλές μελέτες τα τελευταία χρόνια έχουν συσχετίσει τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D με προβλήματα υγείας όπως η καρδιοπάθεια ή ο καρκίνος, ωθώντας πολλούς άνδρες και γυναίκες στην αναζήτηση των ανάλογων συμπληρωμάτων.

Δυστυχώς, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κάποια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη (είναι η πιο αξιόπιστη στην ιατρική έρευνα) που να αποδεικνύει ή να καταρρίπτει την αξία των συμπληρωμάτων στην πρόληψη οποιουδήποτε άλλου νοσήματος, εκτός από την οστεοπόρωση.

Παρ’ όλα αυτά ο δρ Κέβιν Α. Φισέλα, ειδικός σε θέματα δημόσιας υγείας και οικογενειακός γιατρός στο Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ, αποφάσισε να παίρνει καθημερινά 1.000 διεθνείς μονάδες (ΔΜ) βιταμίνης D, πεπεισμένος ότι «δεν θα με βλάψουν, ενώ μπορεί να με βοηθήσουν».


Σε όλα τα όργανα
Ο δρ Φισέλα τονίζει ότι τα έως τώρα στοιχεία υποδηλώνουν πως η ανεπάρκεια της βιταμίνης D προκαλεί ή συμβάλλει σε νοσήματα όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου, η υπέρταση, η νεφροπάθεια και η καρδιοπάθεια.
Σχεδόν κάθε όργανο και ιστός του σώματος διαθέτουν υποδοχείς βιταμίνης D – μεταξύ αυτών τα έντερα, ο εγκέφαλος, η καρδιά, το δέρμα, τα όργανα της αναπαραγωγής, οι μαστοί, τα λεμφοκύτταρα και ο πλακούντας. Η βιταμίνη D, η οποία δρα ως ορμόνη, είναι επίσης γνωστό ότι επηρεάζει την έκφραση περισσότερων από 200 γονιδίων.
Σε μελέτες στο εργαστήριο διαπιστώθηκε ότι μπορεί να ασκεί αντικαρκινική δράση εμποδίζοντας την ανάπτυξη και εξάπλωση των όγκων.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η ανεπάρκειά της παίζει ρόλο στο άσθμα, στον τύπου 2 διαβήτη, στα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας και η ρευματοειδής αρθρίτιδα, στην προεκλαμψία και στο χαμηλό βάρος γέννησης, καθώς και σε νευροψυχολογικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, ο αυτισμός και η απώλεια μνήμης.
Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη, η οποία εισέρχεται στον οργανισμό κυρίως μέσω του δέρματος όταν η υπεριώδης ακτινοβολία Β του ηλίου διεγείρει την παραγωγή της προβιταμίνης D.

Υπάρχουν επίσης ορισμένα τρόφιμα που περιέχουν υψηλές ποσότητες βιταμίνης D. Πρόκειται κυρίως για λιπαρά ψάρια, όπως ο σολομός, το σκουμπρί, η ρέγγα, η σαρδέλα και ο τόνος, ενώ μεγάλες ποσότητες περιέχει και το μουρουνέλαιο.

Στο εμπόριο, εξάλλου, διατίθενται τρόφιμα εμπλουτισμένα με βιταμίνη D, όπως φρουτοχυμοί, γιαούρτι, γάλα, τυρί, δημητριακά για πρωινό και αυγά.


Αιτίες ανεπάρκειας
Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που εμποδίζουν την απόκτηση υγιών επιπέδων βιταμίνης D. Ο πιο σημαντικός είναι το χρώμα του δέρματος, σύμφωνα με πολλές μελέτες. Ο γενικός κανόνας είναι απλός: όσο πιο σκουρόχρωμο είναι εκ φύσεως το δέρμα τόσο λιγότερη προβιταμίνη D παράγει.
Ρόλο παίζει επίσης η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας. Στις βορειότερες περιοχές όπου ο ήλιος είναι πιο «αδύναμος» παρατηρείται μεγαλύτερη ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Η προσπάθεια του κόσμου να προστατευθεί από το ηλιακό έγκαυμα (και έτσι τον καρκίνο του δέρματος) είχε ως επακόλουθο τον δραστικό περιορισμό της έκθεσης του δέρματος στον ήλιο.

Με τα αντηλιακά και τα προστατευτικά ρούχα μπορεί να μειωθεί κατά περισσότερο από 90% η παραγωγή της προβιταμίνης D.
Επειδή εξάλλου η βιταμίνη D αποθηκεύεται στο σωματικό λίπος, η δραματική αύξηση της παχυσαρκίας είχε ως συνέπεια να ελαττωθεί κατακόρυφα η ποσότητα της βιταμίνης D στον ορό του αίματος – και από εκεί στους άλλους ιστούς.

Δραματική επίσης είναι και η μείωση της κατανάλωσης γάλακτος, ενός από τα τρόφιμα το οποίο είναι εμπλουτισμένο με βιταμίνη D.
Επακόλουθο όλων αυτών είναι ολοένα περισσότεροι μικροί και μεγάλοι να μην αποκτούν επίπεδα βιταμίνης D των 20 νανογραμμαρίων ανά ml ορού αίματος που θεωρούνται επαρκή – και ακόμη λιγότεροι φθάνουν στα 300 νανογραμμάρια που θεωρούνται επιθυμητά από τους ειδικούς για την υγεία των οστών.


πηγή: tanea.gr