Οι γυναικολόγοι δεν μιλούν αρκετά με τις ασθενείς τους για τα τυχόν σεξουαλικά τους προβλήματα, αφήνοντας πολλές γυναίκες να υποφέρουν σιωπηλά, αποκαλύπτει μία νέα έρευνα. Επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σικάγου ζήτησαν από 1.150 γιατρούς των ΗΠΑ, οι οποίοι έχουν την Μαιευτική-Γυναικολογία ως κύρια ειδικότητά τους, να συμπληρώσουν ειδικά ερωτηματολόγια, τα οποία συμπεριλάμβαναν ερωτήματα για την σεξουαλική υγεία των ασθενών τους.

Πιο αναλυτικά, οι γιατροί κλήθηκαν να απαντήσουν πόσο συχνά (συστηματικά, μερικές φορές, σπανίως ή ποτέ) συζητούν με τις ασθενείς τους για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την σεξουαλική ικανοποίηση, την ευχαρίστηση από την σεξουαλική δραστηριότητα και τυχόν σεξουαλικά προβλήματα ή δυσλειτουργίες.

Αποτέλεσμα: Λιγότεροι από τους μισούς είπαν πως τέτοιου είδους ερωτήματα αποτελούν πλέον ρουτίνα στην καθημερινή κλινική εξέταση.

Την ίδια στιγμή ωστόσο – λένε οι ερευνητές – σχεδόν μία στις τρεις νεαρές και μεσήλικες γυναίκες αντιμετωπίζουν κάποιου είδους πρόβλημα κατά την ερωτική πράξη, όπως πόνο, μειωμένη ερωτική επιθυμία ή έλλειψη ευχαρίστησης.
Αυτού του είδους τα προβλήματα όχι μόνο μπορεί να προκαλέσουν ανησυχία, αισθήματα ντροπής ή ενοχών και απομόνωση της πάσχουσας γυναίκας, αλλά να δοκιμάσουν πολύ τη σχέση της, προσθέτουν.

«Οι ασθενείς συχνά διστάζουν να αναφέρουν τις σεξουαλικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, επειδή φοβούνται ότι θα φέρουν σε δύσκολη θέση τον γιατρό τους ή ότι θα τις περιγελάσει», δήλωσε η δρ Στέισι Τέσλερ Λίνταου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Μαιευτικής-Γυναικολογίας στο πανεπιστήμιο.


Τα ευρήματα
Όπως γράφουν η δρ Λίνταου και οι συνεργάτες της στο τεύχος της 22ης Μαρτίου της επιθεώρησης «Journal of Sexual Medicine», το 63% των ερωτηθέντων γιατρών είπαν πως συστηματικά ρωτούν τις ασθενείς τους για το αν κάνουν σεξ.
Ωστόσο, μόλις το 40% είπαν πως τις ρωτούν κιόλας εάν αντιμετωπίζουν σεξουαλικά προβλήματα. Ακόμα λιγότεροι (το 28,5%) είπαν πως θέτουν ερωτήματα για την σεξουαλική ικανοποίηση ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό (από 27,7% στο καθένα) και την σεξουαλική ευχαρίστηση (το 13,8%).

Εξάλλου ο ένας στους τέσσερις γιατρούς (το 25%) είπαν ότι έχουν εκφράσει την διαφωνία τους με τις σεξουαλικές πρακτικές των ασθενών τους. Αυτοί ήταν κυρίως αλλοδαποί γιατροί ή γιατροί που θεωρούσαν την θρησκεία ως το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής, σημείωσαν οι ερευνητές.

Στην πραγματικότητα, οι γιατροί που δήλωσαν πιστοί στον Ρωμαιοκαθολικισμό είχαν τις λιγότερες πιθανότητες απ’ όλους τους άλλους να θέτουν ερωτήματα για την σεξουαλική δραστηριότητα των ασθενών τους.
Η έρευνα έδειξε ακόμα πως οι γιατροί οι οποίοι έκαναν κυρίως γυναικολογική και λιγότερο μαιευτική παρακολούθηση των ασθενών τους, ήταν αυτοί που πιο συχνά συζητούσαν μαζί τους για τα τυχόν σεξουαλικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν.
Όσο, εξάλλου, πιο μεγάλης ηλικίας ήταν ένας γιατρός, τόσο πιο δύσκολα συζητούσε με τις ασθενείς του θέματα που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό, με τους γιατρούς ηλικίας άνω των 60 ετών να τα συζητούν σπανιότερα από όλους.


Οι εξηγήσεις
«Οι μαιευτήρες-γυναικολόγοι, λόγω της εξειδίκευσής τους στην γυναικεία ανατομία και αναπαραγωγική υγεία, είναι οι πλέον κατάλληλοι μεταξύ των γιατρών για να διευθετούν ζητήματα που άπτονται της γυναικείας σεξουαλικότητας», γράφουν οι ερευνητές στο σχετικό άρθρο τους.
Γιατί τότε δεν το κάνουν;

«Μία πιθανή εξήγηση για τα ευρήματα μπορεί να είναι κάποιο έλλειμμα στην ιατρική εκπαίδευση, όσον αφορά τη διάγνωση και θεραπεία των γυναικείων σεξουαλικών προβλημάτων», λέει η ερευνήτρια Ζανέλ Σομπέκι, φοιτήτρια της Ιατρικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Wayne.

«Μία άλλη είναι πως, όπως οι ασθενείς, έτσι και οι γιατροί ανησυχούν ότι αν θέσουν το θέμα θα προσβάλλουν ή θα φέρουν σε δύσκολη θέση τις ασθενείς τους».
Τι μπορούν να κάνουν οι ασθενείς; «Αν εμπιστεύεστε τον γυναικολόγο σας, θέστε εσείς το θέμα», συνιστά η δρ Λίνταου. «Αν περιμένετε από τον γιατρό να σας ρωτήσει, μπορεί να μην το κάνει ποτέ. Η επικοινωνία είναι το κλειδί».


πηγή: tanea.gr