Οι γυναίκες χρειάζονται πλέον περισσότερο χρόνο για να γεννήσουν σε σχέση με 50 χρόνια πριν, σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρώτο στάδιο του τοκετού, οι πόνοι της γέννας έχουν αυξηθεί κατά 2,6 ώρες κατά μέσο για τις γυναίκες που γεννάνε για πρώτη φορά και κατά δύο ώρες για όσες έχουν ξαναγεννήσει. Οι ερευνητές των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, με επικεφαλής την επιδημιολόγο Κάθριν Λάφον, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο αμερικανικό περιοδικό γυναικολογίας «American Journal of Obstetrics and Gynecology» και μελέτησαν περίπου 140.000 τοκετούς, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν με βεβαιότητα όλους τους παράγοντες, οι οποίοι έχουν προκαλέσει αυτή την αύξηση. Όμως εκτιμούν ότι η χρονική επέκταση της γέννας οφείλεται κυρίως στις αλλαγές στην ιατρική πρακτική που στο μεταξύ έχουν συμβεί στα σύγχρονα μαιευτήρια.
   
Οι επιστήμονες συνέκριναν στοιχεία της δεκαετίας του ΄60 με πιο πρόσφατα στοιχεία και βρήκαν ότι η χρονική επέκταση αφορά κυρίως το πρώτο στάδιο του τοκετού, όταν διαστέλλεται ο τράχηλος της μήτρας, πριν η έγκυος αρχίσει την ενεργητική ώθηση για να βγει το μωρό.

   
Εξάλλου, σύμφωνα με την μελέτη, τα σύγχρονα μωρά γεννιούνται κατά μέσο όρο πέντε μέρες νωρίτερα σε σχέση με πριν από πέντε δεκαετίες. Επίσης έχουν γενικά μεγαλύτερο βάρος, ενώ και οι σύγχρονες έγκυες ζυγίζουν περισσότερο από ό,τι στη δεκαετία του ΄60. Οι υπέρβαρες και παχύσαρκες έγκυες μητέρες αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για επιπλοκές και καθυστερήσεις κατά τον τοκετό.

   
Τέλος, οι σύγχρονες νέες μητέρες είναι κατά μέσο όρο περίπου τέσσερα χρόνια μεγαλύτερες στην ηλικία κατά τη στιγμή του τοκετού, σε σχέση με πριν 50 χρόνια. Το τελευταίο αυτό σημείο παίζει ρόλο, όπως δήλωσε η Λάφον, καθώς οι μεγαλύτερης ηλικίας έγκυες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να γεννήσουν από ό,τι οι πιο νέες, αν και αυτή η ηλικιακή διαφορά δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει γιατί οι σύγχρονες γέννες διαρκούν τόση ώρα παραπάνω.