Πέντε τύποι εξετάσεων και θεραπειών, που χρησιμοποιούνται ευρύτατα για τη διάγνωση ή καταπολέμηση καρκίνων, δεν πρέπει να παρέχονται σε καρκινοπαθείς, καθώς αποδεδειγμένα δεν συνεισφέρουν στην επιβίωση ή τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

Αυτό είναι το συμπέρασμα διετούς έρευνας που διενεργήθηκε από την Αμερικανική Εταιρία Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) και δημοσιεύεται στο τεύχος Απριλίου του έγκυρου επιστημονικού περιοδικού Journal of Clinical Oncology. Η εν λόγω έρευνα έγινε στο πλαίσιο της εκστρατείας «Επιλέγοντας Σοφά» που διεξάγει η Εταιρία και αποσκοπεί στην καλύτερη ενημέρωση ασθενών. Η ASCO είναι η μεγαλύτερη ιατρική αντικαρκινική οργάνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, αριθμώντας περίπου 30.000 μέλη.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, σκοπός της προσπάθειας τους είναι να «προαγάγουν το διάλογο μεταξύ ιατρών και ασθενών για τη χρήση των καταλληλότερων εξετάσεων και θεραπειών, συνάμα αποφεύγοντας περίθαλψη που είναι περιττή ή μπορεί να προκαλέσει δεινά που δεν αντισταθμίζονται από τα οφέλη». Μολονότι οι προτάσεις των μελετητών βασίζονται αυστηρά σε επιστημονικές παρατηρήσεις, δεν αρνούνται ότι η υπέρογκη κοστολόγηση πολλών εξετάσεων συνέβαλε στην κατάρτιση της λίστας.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές προτείνουν σε ογκολόγους να ΜΗΝ συστήνουν: (1) περαιτέρω γύρους χημειοθεραπείας σε καρκινοπαθείς με συμπαγείς όγκους που δεν έχουν ευνοηθεί από προηγούμενες παρόμοιες επεμβάσεις, (2 και 3) ποζιτρονική τομογραφία (PET scan), αξονική τομογραφία ή τομογραφία οστών σε ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του προστάτη ή του μαστού αλλά δεν επιδεικνύουν μεγάλο κίνδυνο μετάστασης, (4) τη χρήση βιοδεικτών ή τομογραφιών σε ασθενείς που έχουν αντιμετωπίσει καρκίνο του μαστού αλλά δεν έχουν πια συμπτώματα, (5) τη χορήγηση φαρμάκων που τονώνουν την παραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων για την πρόληψη εμπύρετης ουδετεροπενίας, αν ο κίνδυνος πάθησης εκτιμάται κάτω από το 20%. Η εμπύρετη ουδετεροπενία είναι μία συχνά θανατηφόρα ασθένεια που χαρακτηρίζεται από συρρίκνωση του αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων στον οργανισμό και εμφανίζεται ως επιπλοκή χημειοθεραπειών.

Σύμφωνα με τους μελετητές, οι ανωτέρω πρακτικές δεν προσφέρουν κανένα πραγματικό όφελος στους ασθενείς. Αντίθετα, πολλές φορές αποδεικνύονται γενικότερα ζημιογόνες για την υγεία των καρκινοπαθών, συνδράμοντας ταυτόχρονα στην εκτόξευση του κόστους περίθαλψης. Η συνταγογράφηση άχρηστων εξετάσεων άλλωστε αποτελεί μεγάλη τροχοπέδη στη λειτουργία του αμερικανικού συστήματος υγείας. Σύμφωνα με έρευνα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου το 2008, το 30% όλων των δαπανών περίθαλψης πηγαίνουν σε εξετάσεις ή θεραπείες που δεν βοηθούν καθόλου τους ασθενείς.

«Νομίζω πως αυτή είναι μία σπουδαία προσπάθεια από πλευράς ASCO», δήλωσε ο Δρ. Otis Brawley, επικεφαλής ιατρός της Αμερικανικής Καρκινικής Εταιρίας (ACS), μιλώντας στο πρακτορείο Reuters. «Βάζουν τους ασθενείς τους πάνω από το οικονομικό τους συμφέρον». Στον αντίποδα, πολέμιοι των προτάσεων επισημαίνουν ότι τυχόν εφαρμογή τους μπορεί να διευκολύνει ασφαλιστικές εταιρίες να εφαρμόσουν μία πολιτική παροχής περίθαλψης «με δελτίο», στερώντας συνάμα από τους ασθενείς την ψυχολογική σιγουριά που τους παρέχουν οι εν λόγω εξετάσεις.

«Δεν θέλουμε να στερήσουμε έναν απεγνωσμένο ασθενή από ο,τιδήποτε μπορεί να τον βοηθήσει», ξεκαθάρισε ο επικεφαλής της έρευνας, Δρ. Lowell Schnipper. «Αλλά εάν η φύση μας λεει ότι κάτι δεν βοηθάει, είναι υποχρέωσή μας να μην κάνουμε κακό». Η ερευνητές άλλωστε δεν παρέλειψαν να επισημάνουν ότι οι αποφάσεις των ογκολόγων πρέπει πάντοτέ να βασίζονται στις ανάγκες του κάθε ασθενή.

Πηγή: skai.gr