Οι ψηλές γυναίκες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν καρκίνο των ωοθηκών, σύμφωνα με μία νέα ανάλυση των έως τώρα μελετών επί του θέματος, η οποία αποκαλύπτει ότι και η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τη νόσο.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ανέλυσαν συνδυαστικά 47 προγενέστερες επιδημιολογικές μελέτες, που είχαν διεξαχθεί σε 14 χώρες σε περίπου 25.000 πάσχουσες από καρκίνο των ωοθηκών και 80.000 υγιείς εθελόντριες.

Η ανάλυση έγινε για να αποσαφηνιστεί το θέμα, καθώς μεμονωμένες οι μελέτες είχαν αντικρουόμενα ευρήματα.

«Με τον συνδυασμό των παγκόσμιων επιστημονικών στοιχείων κατέστη σαφές ότι το ύψος είναι παράγοντας κινδύνου για καρκίνο των ωοθηκών», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Βάλερι Μπέραλ, καθηγήτρια στη Μονάδα Επιδημιολογίας του πανεπιστημίου.

Όπως γράφουν η δρ Μπέραλ και οι συνεργάτες της στην επιθεώρηση «PLoS Medicine», η ανάλυσή τους κατέδειξε επίσης σαφή συσχέτιση και με την παχυσαρκία σε γυναίκες οι οποίες ουδέποτε είχαν υποβληθεί σε θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση.

«Ο καρκίνος των ωοθηκών μπορεί να προστεθεί στην λίστα των καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία», ξεκαθάρισε η δρ Μπέραλ.

Τι σημαίνουν όμως πρακτικά τα νέα ευρήματα; «Εάν συγκρίνουμε μία γυναίκα με ύψος 1.50 με μία άλλη που έχει ύψος 1.72, θα δούμε ότι η ψηλή γυναίκα έχει κατά 23% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών», απαντά ο δρ Πωλ Φάροα, λέκτορας Επιδημιολογίας του Καρκίνου στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

«Εντούτοις, σε απόλυτους αριθμούς η αύξηση είναι λιγότερο δραματική απ’ ό,τι φαίνεται, διότι η γυναίκα με το ύψος 1.50 έχει 16 στις 1.000 πιθανότητες να παρουσιάσει τον καρκίνο αυτό, ενώ εκείνη με το ύψος 1.72 έχει 20 στις 1.000 πιθανότητες».

Ανάλογη είναι η διαφορά και μεταξύ μιας γυναίκας με σωματικό βάρος στα κατώτερα όρια του φυσιολογικού και μίας άλλης με σωματικό βάρος στα κατώτερα όρια της παχυσαρκίας, προσθέτει.

Ο καρκίνος των ωοθηκών δεν είναι πολύ συχνός αλλά επειδή έχει ασαφή συμπτώματα, ανιχνεύεται συνήθως όταν είναι προχωρημένος, γι' αυτό και τα ποσοστά ίασής του είναι φτωχά.
 
Ωστόσο, ελπίδες για καλύτερη αντιμετώπισή του στα προχωρημένα στάδια δίνει η προσθήκη ενός νέου φαρμάκου, της μπεβασιζουμάμπης, στο χημειοθεραπευτικό σχήμα (πακλιταξέλη και καρβοπλατίνα) που χορηγείται μετά την χειρουργική αφαίρεσή του.

Πηγή: tanea.gr