Το φόβο ότι το παράσιτο Plasmodium, που προκαλεί την ελονοσία (μαλάρια), αποκτά ανοχή στα διαθέσιμα φάρμακα πρώτης γραμμής, εγείρει ιατρική έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Lancet.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, η παρατηρούμενη ανάπτυξη ανοχής σε στελέχη του παρασίτου μπορεί να θέσει σε «σοβαρό κίνδυνο» την παγκόσμια προσπάθεια καταπολέμησης της ασθένειας, που έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες κατά τα τελευταία χρόνια. Παροντικά, το αποτελεσματικότερο φάρμακο κατά της ελονοσίας ονομάζεται artemisinin και προέρχεται από το φυτό Artemisia annua.

Η ανοχή εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2009 σε στελέχη του Plasmodium που μεταφέρονταν από κουνούπια στη δυτική Καμπότζη, στη χερσόνησο της Ινδοκίνας. Σύμφωνα όμως με τα ευρήματα των μελετητών, κρούσματα που αντιστέκονται στη θεραπεία παρατηρούνται πλέον και στα σύνορα μεταξύ Ταϊλάνδης και Βιρμανίας, 750 χιλιόμετρα μακριά από το σημείο μηδέν.

Τους κινδύνους που μπορούν να προκύψουν από την περαιτέρω εξάπλωση των ανθεκτικών στελεχών επεσήμανε μιλώντας στο BBC ο Δρ. Standwell Nkhoma μέλος της ερευνητικής ομάδας. «Η εξάπλωση ανθεκτικών παρασίτων μαλάριας στη Νοτιοανατολική Ασία και [έπειτα] στην υποσαχάρια Αφρική θα ήταν μία καταστροφή για τη δημόσια υγεία, καταλήγοντας σε εκατομμύρια θανάτους», προειδοποίησε.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν εάν η ανθεκτικότητα των παρασιτικών στελεχών εξαπλώθηκε εξ’ αιτίας των κουνουπιών ή λόγω αυθόρμητης μετάλλαξης που συνέβη σε ξεχωριστούς πληθυσμούς του Plasmodium. Σε κάθε περίπτωση, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες: «Είτε η ανθεκτικότητα μετακινήθηκε και θα συνεχίσει να μετακινείται μέχρι να φτάσει στην Αφρική, είτε εμφανίστηκε [ανεξάρτητα], και τώρα που η artemisinin είναι η καθιερωμένη θεραπεία παγκοσμίως μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε», δήλωσε ένα άλλο μέλος της ερευνητικής ομάδας, ο καθηγητής Nosten.

«[Επειδή] δεν έχουμε επερχόμενα φάρμακα, εάν χάσουμε την artemisinin δεν θα μπορούμε να την αντικαταστήσουμε», συμπλήρωσε προβληματισμένος ο κ. Nosten, παραλληλίζοντας ένα τέτοιο ενδεχόμενο με τις συνέπειες που προέκυψαν κατά δεκαετία του 1970, όταν η απώλεια του φαρμάκου chloroquine υπό παρόμοιες συνθήκες σήμανε μία «δραματική αύξηση» στον αριθμό των θανατηφόρων κρουσμάτων.

Σύμφωνα με τη μελέτη World Malaria Report 2011 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το 2010 655.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από την ασθένεια, αριθμός τρομακτικός αλλά αισθητά μικρότερος από τον αντίστοιχο του 2009, οπότε τα θύματα ανήλθαν σε 781.000.

Πηγή: skai.gr