Η μεσογειακή διατροφή φαίνεται πως όντως αποτελεί ένα από τα «κλειδιά» της μακροζωίας, σύμφωνα με μία νέα μελέτη που διεξήχθη σε 19 υπεραιωνόβιους εθελοντές.

Οι ιταλοί ερευνητές που την πραγματοποίησαν διαπίστωσαν πως οι εθελοντές τους, ηλικίας 100 έως 107 ετών, τρέφονταν με άφθονα φρούτα, λαχανικά, όσπρια και δημητριακά ολικής αλέσεως, ενώ έτρωγαν μικρές ποσότητες από κόκκινο κρέας, επεξεργασμένους υδατάνθρακες και γλυκά.

Ένα από τα βασικά στοιχεία της διατροφής που ακολουθούσαν ήταν ο χαμηλός γλυκαιμικός δείκτης, γράφουν στην επιθεώρηση «Immunity and Ageing».

Ο γλυκαιμικός δείκτης (GI) ενός τροφίμου δείχνει πόσο γρήγορα επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Τα τρόφιμα με υψηλό GI, όπως είναι το λευκό ψωμί, προκαλούν γρήγορη αύξηση στο σάκχαρο μετά την κατανάλωσή τους, ενώ εκείνα με χαμηλό GI όπως τα λαχανικά και τα όσπρια, το αυξάνουν πιο βαθμιαία, βοηθώντας το να μένει σταθερό.

Προγενέστερες μελέτες έχουν συσχετίσει την κατανάλωση τροφίμων με υψηλό GI με τον αυξημένο κίνδυνο εκδηλώσεως τύπου 2 διαβήτη, ενώ τα διαιτολόγια με χαμηλό GI δρουν προστατευτικά εναντίον της νόσου – ευρήματα τα οποία επιβεβαίωσε και η νέα μελέτη.

Στη Σικελία

Η νέα μελέτη διεξήχθη από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Παλέρμο, οι οποίοι μελέτησαν τους υπεραιωνόβιους κατοίκους ενός χωριού της κεντρικής Σικελίας. Από τους συνολικώς 18.328 κατοίκους, οι 19 ήταν άνω των 100 ετών, γεγονός που σημαίνει ότι το ποσοστό των αιωνόβιων σε αυτό το χωριό είναι τετραπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο της Ιταλίας, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Οι υπέργηροι κάτοικοι του χωριού συμπλήρωσαν αναλυτικά ερωτηματολόγια για τη διατροφή και τον τρόπο ζωής τους, ενώ υποβλήθηκαν σε αιματολογικές εξετάσεις, τεστ νοητικών ικανοτήτων και τεστ ανεξάρτητης διεκπεραίωσης καθημερινών δραστηριοτήτων.

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, οι γέροντες είχαν καλή υγεία, δίχως σοβαρές διαταραχές των νοητικών ικανοτήτων και της σωματικής κατάστασης, αν και μερικοί είναι μειώσεις στην ακοή ή την όρασή τους.

Τα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων ήταν σε όλους φυσιολογικά. Όλοι κατοικούσαν επίσης με τις οικογένειές τους, ενώ ήταν σωματικώς δραστήριοι. Κανένας δεν ήταν παχύσαρκος.

Αξιοσημείωτο στη συγκεκριμένη ομάδα υπεραιωνόβιων είναι το γεγονός ότι οι 9 από τους 19 ήταν άντρες – ποσοστό 11,5 φορές μεγαλύτερο απ’ ό,τι ο εθνικός μέσος όρος των υπεραιωνόβιων σε όλη την Ιταλία.

Εκτός από τη διατροφή, στη μαρκοβιότητα των συγκεκριμένων εθελοντών πιθανώς έπαιξαν ρόλο και άλλοι παράγοντες, όπως η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, το ότι ζούσαν μαζί με τις οικογένειές τους, και το ότι έφεραν ορισμένα «καλά» γονίδια που ελέγχουν τις φλεγμονώδεις διεργασίες του οργανισμού (η φλεγμονή βρίσκεται στη ρίζα πολλών νοσημάτων, μεταξύ των οποίων η καρδιοπάθεια).

Υπολογίζεται ότι στη Δύση ο αριθμός των υπεραιωνόβιων ανθρώπων θα έχει ξεπεράσει τα 3,2 εκατομμύρια μέχρι το 2050 – μια αύξηση κατά 18 φορές του αντίστοιχου αριθμού που υπήρχε κατά τον 20ο αιώνα.

Πηγή: tanea.gr